Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ - A GOOD YEAR

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο Max Skinner αντιμετωπίζει τα πάντα με τη χρηματιστηριακή αξία. Ακόμα όμως και οι συνηθισμένοι στην επιτυχία έρχονται κάποια στιγμή αντιμέτωποι με αδιέξοδα και για τον Max κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με την απώλεια της θέσης του.
Παράλληλα πληροφορείται πως ο θείος Henry πλάι στον οποίο πέρασε τα παιδικά του καλοκαίρια σε ένα κτήμα του γαλλικού νότου, πέθανε κληροδοτώντας του τον αμπελώνα μαζί με το αρχοντικό.
Φαινομενικά ψύχραιμος, πηγαίνει στο κτήμα και χωρίς ενδοιασμούς κινεί τις διαδικασίες ώστε να το πουλήσει ενώ προετοιμάζει το έδαφος για ένα δυναμικό επαγγελματικό come back. Μία ατυχία όμως στέκεται η αιτία να χάσει την πτήση του. Η απρόσμενη παράταση της παραμονής του στη Γαλλία τον φέρνει να γνωρίζει τη δυναμική Fanny όχι όμως και με τις καλύτερες προϋποθέσεις.
Εν μέσω όλων αυτών των ανακατατάξεων, στο κτήμα καταφτάνει και μία ξανθιά καλιφορνέζα που δηλώνει πως είναι κόρη του θείου Henry.

Προσωπική άποψη:
Η επιτυχημένη νουβέλα του Peter Mayle δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη και όπως τόσες άλλες, κάποια στιγμή βρήκε διέξοδο προς την μεγάλη οθόνη. Όπως όμως γίνεται στην πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων, σε προκαταβάλει η ανησυχία. Μια ανησυχία που σχετίζεται καθαρά με το κατά πόσο πιστά μπορούν οι σελίδες ενός βιβλίου να μεταφερθούν στο κινηματογραφικό πανί. Δυστυχώς, το “Μια Καλή Χρονιά” δεν αποτελεί ένα καλό δείγμα εκπροσώπησης του είδους.

Η ταινία βασίζεται πάνω σε ένα υπόβαθρο, συναισθηματικό και μη, που απευθύνεται καθαρά στο αμερικάνικο κοινό το οποίο μπορεί πιο εύκολα να συγκινήσει. Μόνο στα όνειρα άλλωστε ένας τόσο πλούσιος κι επιτυχημένος άντρας σαν τον κεντρικό ήρωας της ιστορίας θα μπορούσε να παρατήσει τα πάντα για μια αγροτική και χαλαρή ζωή. Είτε μας αρέσει είτε όχι, στην παργματική ζωή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και δεν έχω πρόβλημα με το παραμύθι που προσπαθούν ορισμένες φορές οι ταινίες να μας πλασσάρουν. Το αντίθετο θα έλεγα αφού, λίγο-πολύ, όλοι μας έχουμε την ανάγκη του στην ζωή μας. Αυτό που είναι ενοχλητικό είναι η ευκολία και η απλούστεση των καταστάσεων.

Η συγκεκριμένη ταινία πρέπει να ήταν η πρώτη, ίσως και η τελευταία, ταινία του Ridley Scott με κωμικά στοιχεία. Έχει αποδείξει στο παρελθόν πολλάκις την σκηνοθετική του αξία σε μεγαλοπρεπείς κι επικές ταινίες όμως, η καλή διάθεση που έχουμε απέναντι στο έργο του αρχίζει να κλονίζεται σε αυτή τη νέα προσπάθεια. Τα κλισέ στοιχεία που χρησιμοποιεί προσπαθώντας να εξιτάρει την κωμική μας διάθεση δεν πετυχαίνουν τον σκοπό τους αφού, τα έχουμε δει τόσες και τόσες φορές που όχι μόνο είναι κουραστικά και προβλέψιμα αλλά, έχουν πάψει πλέον να είναι αστεία. Μπορεί η καλή διάθεση για χρήση χιούμορ να υπάρχει όμως, είναι τόσο παλαιομοδίτικο που σπάνιες φορές θα κάνει το χειλάκι μας να γελάσει. Κι αυτό όχι γιατί το διασκεδάζουμε πραγματικά αλλά γιατί δεν μένουμε αμέτοχοι μπροστά στην αφέλεια που παρακολουθούμε.

Ο Russell Crowe είναι ένας ηθοποιός που μπορεί να απολαμβάνουμε να τον βλέπουμε ως ένδοξο ήρωα, ως μονομάχο ή ως δραστήριο μέλος μιας εγκληματικής κοινωνίας όμως, ως καλοκάγαθος επιχειρηματίας με ξαφνικές ανησυχίες περί ζωής δεν πείθει. Παρεμένει συμπαθής στα μάτια μας όμως, όσο κι αν ομολογυμένως το προσπαθεί, δεν μπορεί να περάσει από την σκληρή όχθη που τον έχουμε συνηθίσει στην αντίπερα, εκείνη της ευαισθησίας και της τρυφερότητας. Η αδυναμία του Scott λειτούργησε αρνητικά, επιβαρύνοντας κι άλλο το μέτριο σύνολο.

Μπορεί η ταινία να αποπνέει έναν γλυκόπικρο αέρα ευαισθησίας, τρυφερότητας κι αναπόλησης όμως, είναι τόσο πολυφορεμένος ο τρόπος απόδοσής τους που δεν έχουν την ικανότητα να σε παρασύρουν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα κωμικά στοιχεία που ενώ είναι τοποθετημένα σε σωστές δόσεις και στα σημεία που θα έπρεπε, προσπαθώντας να μην είναι υπερβολικά, καταλήγουν να είναι μονότονα. Μπορεί η φωτογραφία και οι εξοχικές εικόνας του παρελθόντος αλλά του παρόντος να είναι μαγευτικές όμως, δεν καθιστούν ένα αρκετά ικανοποιητικό στοιχείο ώστε να ξεχάσουμε όλα τα άλλα.
Βαθμολογία 5/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Μια Καλή Χρονιά
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθέτης: Ridley Scott
Πρωταγωνιστές: Russell Crowe, Albert Finney, Marion Cotillard, Freddie Highmore, Rafe Spall, Archie Panjabi, Richard Coyle, Ben Righton, Patrick Kennedy, Abbie Cornish
Παραγωγή: 2006
Διάρκεια: 118’

Επίσημο site:
http://www.agoodyeardvd.com/

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΙ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Ανατολικό Λονδίνο 1888. Ένα μέρος όπου ληστές, μπράβοι, πόρνες και συνηθισμένοι άνθρωποι ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή, κι όπου τις νύχτες τριγυρίζει ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης. Εκεί, δίπλα στα νερά του Τάμεση, μια έξυπνη και θαρραλέα κοπέλα τολμάει να κάνει όνειρα για μια ζωή μακριά από τις ετοιμόρροπες αποβάθρες, τα βρομερά σοκάκια και τη θλίψη της φτωχογειτονιάς. Η Φιόνα Φίνεγκαν αγωνίζεται μαζί με τον αγαπημένο της για ένα καλύτερο αύριο. Η σκληρή ζωή όμως θα τους χωρίσει. Εκείνη θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη, εκείνος θα μείνει πίσω στο Λονδίνο.
Κυνηγημένοι από τα φαντάσματα του παρελθόντος, θρηνώντας αγαπημένους νεκρούς, θα προκόψουν κι οι δυο, και μέσα από μια θανάσιμη αναμέτρηση με το παρελθόν, θ' ανοίξουν δρόμο για το μέλλον.

Προσωπική άποψη:
Είναι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας να πέσει στα χέρια σου κάποιο βιβλίο, τόσο καλογραμμένο που να σου φέρνει στο νου βιβλία και συγγραφείς κάποιας άλλης εποχής. Kαι όμως, με χαρά και έκπληξη θα διαπιστώσει κανείς πως η κυρία Donnelly και τα βιβλία της, έχουν αυτή τη μαγική ικανότητα. Να σου μεταφέρουν με την καλοδουλεμένη, λεπτομερή, γλαφυρή, μα σε καποία περίπτωση κουραστική περιγραφή προσώπων και καταστάσεων, όχι μόνο εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα αλλά ταυτόχρονα, χρώματα, μουσικές, γεύσεις και αρώματα.

Η Donnelly τοποθετεί την ιστορία της σε μια άλλη εποχή, σε μια εποχή που απέχει πολύ από το σύχρονο, βιομηχανοποιημένο και τεχνολογικά εξελιγμένο παρόν. Ξεκινάει να μας παρουσιάσει τους ήρωές της σε μια Αγγλία ενός άλλου αιώνα. Σε μια Αγγλία χωρισμένη στα δύο με την μισή να ανθίζει και να πλουτίζει και με την άλλη μισή να σαπίζει στον βούρκο της διαφθοράς, της εγκληματικότητας και της φτώχιας. Στη συνέχεια μας μεταφέρει στην Αμερική και στη Νέα Υόρκη, που αν και δεν φαντάζει ιδιαίτερα διαφορετική είναι καθώς, εκεί μπορείς πιο εύκολα να ξεκολλήσεις από τον βούρκο. Είναι μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες και φως, αρκεί να θες να τις δεις και να τις αρπάξεις.

Μέσα από το πέρασμα μιας δεκαετίας βλέπουμε την εξέλιξη των αγορών, την ανάπτυξη του εμπορίου, την άνθιση και την καταστροφή εταιριών κολοσσών αλλά και την άνοδο της χρηματιστηριακής αγοράς. Όμως, πέρα από τις γενικότητες, η συγγραφέας με ιεροτελεστικό τρόπο μας εισάγει στην φιλοσοφία του τσαγιού, στην κουλτούρα, τις ποικιλίες, τα διαφορετικά είδη, την προέλευση, την παραγωγή αλλά και την εξέλιξή του μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Νιώθεις καθώς γυρίζεις τις σελίδες ότι μπορείς να το μυρίσεις, ότι μπορείς να το γευτείς, ότι μπορείς να παρασυρθείς κι εσύ στην μαγεία που παρασύρεται η Φιόνα.

Πατώντας όμως σε πραγματικά στοιχεία και δεδομένα, εισάγει στην ιστορία της κι ένα αιματοβαμμένο κεφάλαιο της τότε Αγγλίας. Ένα κεφάλαιο που μέχρι και σήμερα παραμένει άλυτο, κάτι που την βοήθησε στο να το εκμεταλλευτεί και να δώσει την δικιά της άποψη στη λύση του μυστηρίου. Το κεφάλαιο του Τζακ του Αντεροβγάλτη, του τρόμου και της βίας που έσπειρε στις πόρνες, και όχι μόνο, στις φτωχογειτονιές του Τάμεση. Παράλληλα, παρακολουθούμε και την εξέγερση αλλά και τις απεργιακές κινητοποιήσεις και όχι μόνο, των εργαζόμενων τις εποχής σε μια προσπάθεια να ιδρύσουν σωματεία που να προασπίζονται τα δικαιώματά τους, δικαιώματα που θα τους έβγαζαν από τις μέχρι τότε άθλιες και εκμεταλλευτικές συνθήκες.

Στον πυρήνα αυτών των εξελίξεων, η Φιόνα και ο Τζο, ένα κλασσικό δείγμα εκπροσώπησης μιας κατώτερης τάξης που όμως, δε φοβάται, δεν διστάζει να κάνει όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον. Δύο νέοι άνθρωποι με φιλοδοξίες, με μια φλόγα να καίει δυνατή μέσα τους. Μια φλόγα, έτοιμη ν’ αντέξει τις δυσκολίες και τις κακουχίες που βρίσκει στον δρόμο της. Τα πράγματα δεν έρχονται εύκολα όμως, οι δύο ερωτευμένοι νέοι, μέσα από έναν σκληρό, παθιασμένο αγώνα επιβίωσης, στιγματισμένο πάντα από τα λάθη και τον πόνο που προκάλεσε το παρλεθόν, καταφέρνουν να επιβιώσουν και τελικά να είναι μαζί αποδεικνύοντας πως η αγάπη και ο πόθος δεν σβήνουν ποτέ.

Η ιστορία της Donnelly είναι ένα υπέροχο, μαγευτικό παραμμύθι στηριγμένο πάνω σε γερές, αληθινές ιστορικές βάσεις. Μια ιστορία γεμάτη βία και συναίσθημα, μια ιστορία που σε καθηλώνει. Μια ιστορία που διατηρεί την αγωνία σου σε υψηλά επίπεδα σε όλη την διάσταση, μια ιστορία γεμάτη ένταση, πάθος και νεύρο που δε παρασέρνει στην δύνη της, σε κάνει τμήμα της και δεν σε αφήνει εύκολα να την αποχωριστείς. Μια παρουσίαση γεγονότων και ανθρώπων, μέσα από ένα ιστορικό πρίσμα που σε κάνει να δεθείς, να αγαπήσεις και να κατανοήσεις τον καθέναν από αυτούς, παίρνοντας μαζί σου ένα κομμάτι τους. Διαβάστε το και σίγουρα θα μπει και θα μείνει στην καρδιά σας.
Βαθμολογία 10/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Jennifer Donnelly
Μεταφραστής: Σπανδώνης Γιάννης
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2006
Αρ. σελίδων: 800
ISBN: 960-410-438-1

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΝΕΑ ΣΕΛΗΝΗ - THE TWILIGHT SAGA: NEW MOON

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Η Bella ετοιμάζεται να γιορτάσει τα 18α γενέθλιά της. Κατά τη διαρκεια όμως του γενέθλιου πάρτι, το οποίο πραγματοποιείται στο σπιτι των Cullen, ένα ατύχημα θα της προκαλέσει μια μικρή αιμορραγία.
Το γεγονος αυτό θα προκαλέσει μεγάλη ένταση στην οικογένεια των βρικολάκων και θα είναι η αφορμή που θα τους οδηγήσει στο να εγκαταλείψουν την πόλη του Forks.
Η Bella αρχικά θα μαραζώσει από την φυγή του καλού της και θα αρχίσει να ζει απερίσκεπτα, ενώ θα αναπτύξει μια πιο στενή σχέση με τον φίλο της Jacob Black.

Προσωπική άποψη:
Πριν πω οτιδήποτε σχετικό με την ταινία και το κατά πόσο μου άρεσε ή όχι θα ήθελα να κάνω την ίδια διευκρίνιση που είχα κάνει και για το “Twilight”. Η ταινία απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο target group το οποίο συμπεριλαμβάνει έφηβους και γυναίκες που αδυναμία στα μελό ρομάντζα. Το θετικό σε αυτό είναι ότι δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Από το πρώτο κι όλας μέρος έχει ξεκαθαρίσει την θέση του οπότε, αν θέλετε να δείτε ακόλαστους βρικόλακες να ρουφάνε αίμα, μην συνεχίσετε καν την ανάγνωση.

Τα σκηνοθετικά ηνία της πρώτης ταινίας πέρασαν από τα χέρια της τηλεοπτικής Catherine Hardwicke, σε εκείνα του Chris Weitz και όπως φημολογείται, η αιτία ήταν ότι οι παραγωγοί δεν έμειναν καθόλου ικανοποιημένοι από την δουλειά της πρώτης. Σαφέστατα δεν εκτέλεσε κανέναν άθλο όμως, αν το σενάριο αυτό ισχύει, το θεωρώ κάπως υπερβολικό και άδικο καθώς, και ο Weitz με την σειρά του δεν αποδείχτηκε η καλύτερη επιλογή. Ναι μεν, η μεταφορά του βιβλίου στην μεγάλη οθόνη γίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια όμως, δεν έχει την απαραίτητη δυναμική που θα περίμενε κανείς καθώς, αναλώνεται έντονα σε φτηνούς μελοδραματισμούς ενώ σαφέστατα, θα μπορούσε, όχι να τους προσπεράσει αλλά, να εμβαθύνει στηριζόμενος πάνω τους.

Στα θετικά μπορώ να του καταλογήσω το ότι σεβάστηκε αρκετά την ατμόσφαιρα της πρώτης ταινίας, την ομιχλώδη φωτογραφία της και τον αισθησιασμό της. Ωστόσο η εναρκτήρια σκηνή μας προετοιμάζει για κάτι καλύτερο από αυτό που τελικά ακολουθεί. Όσο οι βρικόλακες βρίσκονται στο προσκήνιο υπάρχει αγωνία και σαφώς, μεγαλύτερο ενδιαφέρον και καλύτερη διάθεση ως προς την παρακολούθηση. Όταν όμως η προσοχή επικεντρώνεται στους λύκους, περισσότερο τους παρακολουθούμε να κινούνται άσκοπα καθώς, κανείς δεν μπαίνει στην λογική να μας εξηγήσει κάποια πράγματα όπως αντίστοιχα έγινε για τους βρικόλακες στην πρώτη ταινία. Αν έχεις διαβάσει τα βιβλία αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα όμως, δεν το έχει κάνει ο κάθε θεατής.

Τι είναι τελικά αυτό που λείπει από την ταινία; Το νεύρο! Σίγουρα πρόκειται για ένα ρομαντικό μελόδραμα, δεν το αμφισβητεί κανείς όμως, οι ομολογουμένως όμορφες εικόνες δεν είναι το μοναδικό ζητούμενο. Μπορεί η ποιητική διάθεση της πρώτης ταινίας να μην απουσιάζει αλλά, τονίζω και πάλι, πως την δράση και την ένταση των σκηνών που διαδραματίζονται στην Βολτέρα, θα την περίμενε κανείς να διαχέεται και στα υπόλοιπα σημεία της ταινίας. το τελικό αποτέλεσμα, σκηνοθετικά μιλώντας πάντα, θα ήταν καλύτερο αν είχε καταφέρει ο Weitz να διατηρήσει καλύτερες ισορροπίες και αν είχε φροντίσει να υπάρχει ένα λίγότερο απότομο φινάλε.

Όσον αφορά τις ερμηνείες, θα έλεγε κανείς ότι κυμαίνονται σε καλύτερα επίπεδα από την πρώτη ταινία. Η Stewart μπορεί ακόμα να μην με ικανοποιεί απόλυτα ως Bella καθώς κάποιες στιγμές είναι παραπάνω άνευρη απ’ όσο θα έπρεπε όμως, στις σκηνές όπου καλείται να ανεβάσει στροφές, είναι πάρα πολύ καλή. Ο Pattinson με αυτή του την παρουσία μου επιβεβαίωσε αυτό που πίστευα από την πρώτη ταινία. δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος Edward, κάτι που δεν αμφισβητείς εύκολα αν έχεις διαβάσει τα βιβλία. Εκφραστικός, χωρίς υπερβολές και μανιέρες, εκφράζει με περισσή ευκολία τα συναισθήματα πόνου και απόγνωσης που διακατέχουν τον όμορφο ήρωα της ιστορίας και αναπόφευκτα, συμπάσχεις μαζί του και κατανοείς καλύτερα το προσωπικό του δράμα.

Ο Lautner δεν θα έλεγα πως είναι ο Jacob των ονείρων μου όμως, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την βελτίωση που έχει από την παρουσία του στην πρώτη ταινία, τόσο σωματικά, όσο και ερμηνευτικά. Δίνει μεγαλύτερο πάθος και ίσως στην πορεία το αναπτύξει ακόμα καλύτερα. Η Greene είναι λατρεμένη στον ρόλο της αέρινης Alice ενώ, ξεχωρίζεις τις μικρές παρουσίες της Fanning στο ρόλο της απόλυτα κακιασμένης, σαδίστριας βρικόλακα αλλά και τον Sheen στον ρόλο του Aro.

Λέγοντας όλα τα παραπάνω, δεν υποννοώ ότι δεν μου άρεσε η ταινία. Την παρακολούθησα ευχάριστα και αν η παρουσία των βρικολάκων ήταν κάπως μεγαλύτερη ή έστω, αν η παρουσία των λύκων ήταν πιο ουσιαστική, θα μπορούσαμε να μιλάμε για κάτι ισάξιο του πρώτου. Η ωραία ατμόσφαιρα της πρώτης ταινίας συνεχίζεται, τα πορτρέτα καταστάσεων και φαντασιώσεων είναι μοναδικά, τα ειδικά εφέ αρκετά εντυπωσιακά και η μουσική του Desplat μαγευτική όπως πάντα. Αν θέλετε λοιπόν να δείτε ένα καθαρόαιμο ρομάντζο με όμορφους πρωταγωνιστές και όχι ένα νέο “Underworld”, πολύ περισσότερο, ένα νέο “Blade” και ειδικά αν είστε γυναίκες ή έφηβοι, σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.
Βαθμολογία 7/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Νέα Σελήνη
Είδος: Φαντασίας
Σκηνοθέτης: Chris Weitz
Πρωταγωνιστές: Kristen Stewart, Robert Pattinson, Taylor Lautner, Ashley Greene, Peter Facinelli, Alex Meraz, Billy Burke, Dakota Fanning, Jamie Campbell Bower, Charlie Bewley, Michael Sheen, Christopher Heyerdahl, Daniel Cudmore
Μουσική: Alexandre Desplat
Παραγωγή: 2009
Διάρκεια: 130’

Επίσημο site:
http://www.newmoonthemovie.com/


Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

ΚΡΑΜΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΡΑΜΕΡ - KRAMER VS. KRAMER

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Αδυνατώντας να αντέξει την προσήλωση του άνδρα της στην καριέρα του, η Joanna Kramer φεύγει από το σπίτι, αφήνοντάς του τη φροντίδα του ανήλικου γιου τους.
Δεκαπέντε μήνες αργότερα επανέρχεται και ζητά το παιδί. Όταν ο σύζυγος αρνείται, ξεκινά δικαστικό αγώνα, προκειμένου να της ανατεθεί η επιμέλεια.

Προσωπική άποψη:
Οι οικογενειακές σχέσεις αποτελούσαν ανέκαθεν αντικείμενο κινηματογραφικών έργων. Ωστόσο δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες όπου η συγκεκριμένη θεματολογία έχει κατακρεουργηθεί στα χέρια ανίκανων σεναριογράφων και σκηνοθετών αλλά και από παρασυρμένους στον μανιερισμό ηθοποιούς. Αντίθετα, έχει συμβεί τις περισσότερες φορές. Όμως το “Κράμερ Εναντίον Κράμερ”, απέχει κατά πολύ από τις προαναφερούμενες περιπτώσεις. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος της διαχρονικότητάς της. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που 30 χρόνια μετά μοιάζει ακόμα σύγχρονη, εμπνευσμένη από μια νουβέλα του Avery Corman.

Δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Ο εργασιομανής πατέρας και η μάνα που πνίγεται μέσα σε ένα προσωπικό αδιέξοδο. Ο πρώτος βρίσκεται μόνος με το παιδί που εγκατέλειψε η δεύτερη και αναγκάζεται να δημιουργήσει νέα θεμέλια σε μια ζωή που μοιάζει να γκρεμίζεται. Μια σχέση ζωής, αυτή ανάμεσα σε πατέρα και γιο, περνάει σε ένα άλλο επίπεδο. Ένας δικαστικός αγώνας έρχεται να φέρει συγκρούσεις και να οδηγήσει σε συναισθηματικό αδιέξοδο αλλά και σε σκληρές αποφάσεις. Αποφάσεις γεμάτες πόνο, κατανόηση, αγάπη, θυσία. Χωρίς φτηνούς ψευτομελοδραματισμούς, τα συναισθήματα που όλα αυτά προκαλούν, εναλλάσονται και μας κατακλύζουν.

Αν έπρεπε να δώσουμε έναν ακριβή ορισμό στην έννοια του δράματος τότε, το “Κράμερ Εναντίον Κράμερ” θα ήταν ίσως η καλύτερη που θα μπορούσαμε να δώσουμε. Η πορεία που ακολουθεί η ταινία είναι τόσο αληθινή, τόσο ρεαλιστική που σε παρασέρνει μαζί της σε μια δίνη αμφίρροπων συναισθημάτων. Από τη μια μεριά νιώθουμε κατανόηση και συμπάσχουμε με το δράμα του πατέρα που καλούμαστε από την αρχή να τον συμπαθήσουμε. Από την άλλη όμως, καλούμαστε να νιώσουμε οργή για μια μάνα που δεν κατανοούμε την απαίσια πράξη της. Όταν αυτό αρχίζει να συμβαίνει, μπαίνουμε σε μια διαδικασία συναισθηματικής φόρτισης και δεν μπορούμε να μείνουμ ασυγκίνητοι απέναντι στο προσωπικό της δράμα.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας Robert Benton, μπορεί να δημιουργεί ένα δράμα με κοινωνικές προεκτάσεις, χωρίς να αποφύγει την χρήση ορισμένων κλισέ στοιχείων του είδους όμως, η χρήση σιωπηλών μονόπλανων και πορτρέτων είναι ικανή να μας κάνει να τα παραβλέψουμε. Πώς να μην το κάνεις άλλωστε όταν τα συναισθήματα που εκπέμπουν σε διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα; Πώς να μείνεις ασυγκίνητος μπροστά στην έκρηξή τους; Γιατί ο Benton, δεν προσπαθεί να κάνει τους ήρωές του να κρυφτούν. Εκφράζουν την οργή, την αγανάκτηση, τον πόνο, τις κατηγορίες, την αγάπη και την στοργή τους. Όλα είναι κατανοητά και πολύ περισσότερο, είναι αποδεκτά.

Οι ερμηνείες των Dustin Hoffman, Meryl Streep και Justin Henry, είναι μοναδικές και ταυτόχρονα αλληλένδετες. Δεν θα μπορούσε καμία να αγγίξει την τελειότητα όπως τώρα, αν απέναντί της δεν έβρισκε την τελειότητα των άλλων. Ο Hoffman ανθρώπινος και συμπαθής, με τις απαραίτητες εκρήξεις που όμως δεν φαντάζουν στα μάτια μας φτηνοί θεατρινισμοί. Η Streep πανέμορφα απελπισμένη, έτοιμη να παλέψει αλλά και να παραδοθεί προκειμένου να μην πληγώσει ότι αγαπαέι περισσότερο. Ο μικρός τότε Henry, ένα αθώο, ακτέργαστο κόσμημα, με όλα εκείνα τα στοιχεία απλότητας και φυσικού πόνου αλλά και αγάπης, έτσι όπως μόνο ένα οχτάχρονο παιδί θα μπορούσε να δώσει.

Ένα από τα κορυφαία, ίσως και το πρώτο όλων, οικογενειακά δράματα. Οι κοινωνικές προεκτάσεις ενός διαζυγίου και η διεκδίκηση της κηδεμονίας ενός μικρού παιδιού. Μια σύγχρονη πραγματικότητα στο μικροσκόπιο, χωρίς να φοβάται να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο. Συγκλονιστικές ερμηνείες σε ένα δομημένο και καλογραμμένο έργο που έχει την ικανότητα να μιλάει στην ψυχή μας ακόμα και όταν δεν ακούγονται τα λόγια του. Το μεγαλείο της αγάπης και της θυσίας, έρχονται να κορυφωθούν στο γλυκόπικρο φινάλε, που σου αφήνει μια παράξενη χαρμολύπη και σε εκπλήσσει μέχρι και σήμερα.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Κράμερ Εναντίον Κράμερ
Είδος: Δραματική
Σκηνοθέτης: Robert Benton
Πρωταγωνιστές: Dustin Hoffman, Meryl Streep, Justin Henry, Jane Alexander, Howard Duff, George Coe, Bill Moor, JoBeth Williams, Howland Chamberlain
Παραγωγή: 1979
Διάρκεια: 105’

Σχετικά sites που αξίζουν τον κόπο:
http://en.wikipedia.org/wiki/Kramer_vs._Kramer
http://www.imdb.com/title/tt0079417/

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Ο ΜΑΦΙΟΖΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ - THE WHOLE TEN YARDS

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο νευρικός οδοντίατρος Oz είναι παντρεμένος με την πρώην γυναίκα του μαφιόζου Jimmy και φοβάται τόσο πολύ για τη ζωή του που σκέφτεται να χτίσει μια τάφρο γύρω από το σπίτι του.
Ο Jimmy συζεί με την επίδοξη δολοφόνο Jill και ασχολείται πλέον με περίτεχνες latin μαγειρικές συνταγές αντί με πληρωμένους δολοφόνους.
Όταν ο Πολωνός νονός Lazlo προσπαθεί να τους εκδικηθεί για τη δολοφονία του γιου του απαγάγοντας τη σύζυγο του Oz, οι δυο τους αναγκάζονται να συμμαχήσουν παρά την αμοιβαία αντιπάθειά τους.

Προσωπική άποψη:
Άραγε είναι απαραίτητα τα sequels; Ειδικά σε χαριτωμένες κωμικές ταινίες που αποσκούν απλά και μόνο να μας διασκεδάσουν; Δύσκολη ερώτηση και χρειάζεται θα έλεγε κανείς μεγάλη συζήτηση. Δυστυχώς το κωμικό είδος την τελευταία ειδικά δεκαετία έχει πάρει την κάτω βόλτα. Απανωτά τα χτυπήματα που δέχεται με αποτέλεσμα, το άλλοτε έξυπνο και σαρκαστικό χιούμορ τους να έχει μετατραπεί σε σαχλή χυδαιολογία που συνδέεται αποκλειστικά με το sex, τη βία και την βλακεία.

Το “Ο Μαφιόζος Της Διπλανής Πόρτας” ήταν μια κωμική ταινία, που παρά τις όποιες σάχλες της, είχε τα στοιχεία εκείνα που ήταν απαραίτητα για να σε κάνουν να διασκεδάσεις και να γελάσεις. Είχε δυο συμπαθέστατους πρωταγωνιστές, χαριτωμένο σενάριο, κάποιες στιγμές πηγαίου χιούμορ και μερικά μπουτάκια έξω για τους πιο απαιτητικούς. Αναρωτιέμαι λοιπόν τι παραπάνω θα μπορούσε να μας προσφέρει μια συνέχεια της ιστορίας. Η απάντηση είναι, σαφέστατα ένα μεγάλο τίποτα αφού, ότι είχε να δώσει το έδωσε η πρώτη ταινία και μάλιστα με το παραπάνω. Ο κύκλος της είχε κλείσει και αναρωτιέμαι γιατί χρειαζόταν να ξανανοίξει.

Τα προβλήματα ξεκινάνε, όχι από την κακή μας διάθεση αλλά από το τραβηγμένο σενάριο. Εκεί που μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε στην πρώτη ταινία εδώ, μοιάζει να μην μπορούμε να το κάνουμε με την ίδια ευκολία καθώς, η αφέλεια ξεπερνάει τα επιτρεπτά όρια. Ο κύριως λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι η αφέλεια αυτή στην οποία έχω δώσει τόση έμφαση, επικεντρώνεται αποκλειστικά στα πρόσωπα και όχι στις καταστάσεις. Οι κακοποιοί είναι επικεικώς πανηλίθιοι ενώ το πρωταγωνιστικό δίδυμο μοιάζει χαμένο σε κάποια άλλη διάσταση.

Υπάρχουν κάποιοι αστείοι διάλογοι όμως το διασκεδαστικό τους στοιχείο εντοπίζεται στην χαζοκουτοπονηριά τους και όχι στην πρωτοτυπία, στην φαντασία ή την εξυπνάδα τους. Έχω πάρει απόφαση πως αυτά τα στοιχεία σε κωμωδία πια, δύσκολα θα τα δω. Δεν βρίσκω όμως διασκεδαστικό να βλέπω τον μεγαλομαφιόζο της ιστορίας να φοράει κουνελένια παντοφλάκια. Απευθύνεται σε αισθητική χιούμορ άλλης ηλικίας και σαφέστατα, όχι της δικής μου.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών κινούνται σε μέτρια, διεκπεραιωτικά επίπεδα. Δεν μπορώ βέβαια γι’ αυτό να κατηγορήσω τους ίδιους. Με το σενάριο που είχαν στα χέρια τους, δεν είχαν πολλά περιθώρια να δώσουν κάτι παραπάνω. Όπως και να ‘χει, είναι απολαυστικό να βλέπεις τον Willis σε κωμικούς ρόλους που ξεφεύγουν από τους macho χαρακτήρες που μας έχει συνηθίσει. Όμως και ο Perry, χωρίς να είναι κανένα μεγάλο ταλέντο, αποτελεί μια αγαπημένη κωμική παρουσία. Το κακό στην περίπτωσή του είναι ότι δεν μπορείς εύκολα να μην τον συνδέσεις με τον ρόλο του στα “Φιλαράκια”, όπως έχω πει άλλωστε και στο παρελθόν.

Τελειώνοντας, έχω την εντύπωση πως ο όρος παρωδία θα ταίριαζε καλύτερα στην συγκεκριμένη ταινία. Αν το χιούμορ της πρώτης ταινίας ήταν μαύρο σε κάποια σημεία, σε αυτήν εδώ είναι ακόμα περισσότερο αφού προσπαθεί ουσιαστικά να σατιρίσει παρά να διακωμωδίσει, τόσο τους ήρωες όσο και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όσοι είδατε την πρώτη ταινία και διασκεδάσατε, έστω και σε μικρότερο βαθμό, θα κάνετε το ίδιο και με την δεύτερη.
Βαθμολογία 5,5/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Ο Μαφιόζος Της Διπλανής Πόρτας Ξαναχτυπά
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθέτης: Howard Deutch
Πρωταγωνιστές: Bruce Willis, Matthew Perry, Amanda Peet, Kevin Pollak, Natasha Henstridge, Frank Collison, Johnny Messner, Silas Weir Mitchell
Παραγωγή: 2004
Διάρκεια: 99’

Επίσημο site:
http://thewholetenyards.warnerbros.com/

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΠΛΟΙΟ - GHOST SHIP

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ένας καναδός αεροπόρος εντοπίζει στον Aτλαντικό ένα εγκαταλελειμμένο υπερωκεάνιο. Καταφεύγει τότε σε μια γνωστή ομάδα διάσωσης ώστε με την βοήθεια της να ρυμουλκήσει το πλοίο.
Η ομάδα φτάνει στο πλοίο και ανακαλύπτει ότι πρόκειται για το Antonia Graza, ένα ιταλικό υπερωκεάνιο, το οποίο έχει εξαφανιστεί, ενώ ήταν γεμάτο επιβάτες το 1962.
Όταν οι ομάδα ανεβαίνει στο πλοίο για να το εξερευνήσει αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα ανεξήγητα γεγονότα και έτσι από κυνηγοί αυτού του απρόσμενου θησαυρού γίνονται οι ίδιοι θηράματα ενός αγνώστου κυνηγού.

Προσωπική άποψη:
Θεωρώ τα θρίλερ μια κινηματογραφική κατηγορία όπου πολύ εύκολα μπορείς να πέσεις θύμα και να αναγκαστείς να παρακολουθήσεις μια ταινία γεμάτη από μπουρδολογίες. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που τα εμπευσμένα σενάρια στο συγκεκριμένο είδος σπανίζουν περισσότερο και από τις χελώνες καρέτα-καρέτα. Ωστόσο, οι συμπαθέστατες χελωνίτσες προκαλούν κύματα χαράς όποτε αποφασίζουν να βγουν στην επιφάνεια της θάλασσας. Σε πλήρη αντίθεση με το πλοίο φάντασμα της ταινίας που αποτελεί τον βασικό της άξονα.

Το μόνο παρήγορο είναι πως δεν είχα πέσει θύμα της παρακολούθησης του εν λόγω έργου σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα. Άλλωστε, ακόμα και η παρακολούθηση του στο σπίτι έμοιαζε τελικά λίγο καλύτερη από βασανιστήρια του Τρίτου Ράιχ. Σαφέστατα δεν περίμενα κάτι που να με εκπλήξει με την μοναδικότητα και την πρωτοτυπία του όμως, είχα την πεποίθηση ότι θα μπορούσα να παρακολούθησω μια διασκεδαστικά ευχάριστη ταινία. Η πεποίθησή μου αυτή ωστόσο πέθανε πολύ πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Όλοι οι επιβένοντές του πλοίου μιας άλλης εποχής, είδαν με σκληρό τρόπο τα ραδίκια ανάποδα. Το πλοίο με μυστήριο τρόπο εξαφανίστηκε και με ακόμα πιο μυστήριο τρόπο ξαναεμφανίστηκε με μορφή σάπιας μαούνας, από το πουθενά, στη μέση του πουθενά. Και μαντέψτε... οποία έκπληξης! Το βρίσκει μια ομάδα ειδικών η οποία έχει την χαρά να ζήσει μια μεταφυσική εμπειρία. Έχουμε λοιπόν κορυφαίες συναντήσεις με φαντάσματα και μερικούς ακόμα, αιματοβαμμένους θανάτους. Το πρώτο στοιχείο προσπαθεί να προσεγγίσει τους λάτρεις του μεταφυσικού, το δεύτερο τους λάτρεις τους splatter. Το πρόβλημα είναι ότι οι δρόμοι των δύο, δεν συναντιούνται πουθενά.

Η σκηνοθεσία αυτού του, ο θεός να το κάνει, b-movie, φαντάζει ανύπαρκτη. Όσο κι αν προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο, δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης και με απανοτά χασμουρητά παρακολουθούμε απλά και μόνο γιατί λυπόμαστε τα λεφτά που θα πάνε χαμένα στο dvd club. Ο Steve Beck, μετά το ομολογουμένως καλό remake του “Thirteen Ghosts”, επέστρεψε με αυτό το πράγμα, αφημένος απόλυτα στα ειδικά εφέ πιστεύοντας ότι από μόνα τους είναι αρκετά για να μας εντυπωσιάσουν και να μας συνεπάρουν. Λυπάμαι που θα τον ταράξω όμως, χρειάζεται και η παρουσία του σκηνοθέτη να καθοδηγεί. Δυστυχώς με απογοήτευσε έπειτα από μια καλή ταινία που με έκανε να περιμένω κάτι περισσότερο.

Κάκιστες όμως είναι και οι επιλογές των ηθοποιών. Ναι μεν μπορεί να τους ξέρουμε όμως, δεν υπάρχει εκείνο το ηχηρό όνομα που θα σου τραβήξει την προσοχή. Ίσως αυτό βέβαια να μην μας απασχλούσε αν υπήρχε η ερμηνεία εκείνη που θα μπορούσε να το πετύχει. Όλοι τους, χωρίς καμία εξαίρεση, μοιάζουν να συναγωνίζονται στο ποιος είναι που βαριέται περισσότερο. Λυπάμαι που δεν είμαστε σε θέση να τους βοηθήσουμε να ανακυρήξουν τον χειρότερο ανάμεσά τους.

Θα θεωρήσω ένα κακόγουστο αστείο το γεγονός πως ο Robert Zemeckis ήταν παραγωγός της ταινίας και θα το προσπεράσω. Δεν μπορώ όμως να θεωρήσω την ταινία μια κακή στιγμή του Beck. Το “Thirteen Ghosts” βασιζόταν πάνω στην ίδια φιλοσοφία, είχε τα ίδια εφέ στην διάθεσή του και όμως, το αποτέλεσμα απείχε χιλιόμετρα σε σύγκριση με αυτό που έχουμε εδώ. Δεν υπάρχουν πραγματικά λόγια για να περιγράψουν την απογοήτευσή μου για μια ταινία που όχι μόνο δεν θα την ξαναδείς ακόμα κι αν σβήνουν πάνω σου τσιγάρα αλλά, που θα σε κάνει να σκεφτείς να πας σε υπνωτιστή για να σε κάνει να την ξεχάσεις.
Βαθμολογία 2/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Το Στοιχειωμένο Πλοίο
Είδος: Θρίλερ
Σκηνοθέτης: Steve Beck
Πρωταγωνιστές: Julianna Margulies, Gabriel Byrne, Ron Eldard, Isaiah Washington, Desmond Harrington, Alex Dimitriades, Karl Urban, Emily Browning
Παραγωγή: 2002
Διάρκεια: 91’

Επίσημο site:
http://ghostshipmovie.warnerbros.com/trailer.html

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

2012

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Και ενώ το ημερολόγιο των Μάγια τελειώνει στο έτος 2012, η καταστροφική προφητεία μοιάζει να επαληθεύεται, καθώς τεράστιες φυσικές καταστροφές μαστιγώνουν τον πλανήτη.
Μια ομάδα επιζώντων έχει να αντιμετωπίσει εκρήξεις ηφαιστείων, τυφώνες, παγετώνες και ότι χειρότερο έχει φανταστεί ποτέ η ανθρωπότητα.

Προσωπική άποψη:
Κάποτε οι Μάγιας είχαν προβλέψει ότι στις 21 Δεκεμβρίου του 2012, οι πλανήτες θα βρεθούν σε τέλεια ηλιακή ευθυγράμμιση, κάτι που θα συμβάλει στο τέλος του κόσμου μας. Τουλάχιστον στο τέλος του όπως το ξέρουμε μέχρι σήμερα. Υπάρχουν εκείνοι που ασπάζονται αυτές τις θεωρίες. Υπάρχουν πάλι και οι άλλοι που έχουν βαρεθεί να ακούνε κάθε τρεις και λίγο ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί και η μία ημερομηνία διαδέχεται την άλλη χωρίς να γίνεται η έκπληξη. Καλώς ή κακώς, το τέλος μπορεί να μην έχει έρθει ακόμα, μπορεί να μην έρθει το 2012 όμως, ακόμα κι αν δεν ζούμε για να το δούμε, θα κάνει κάποια στιγμή την εμφάνισή του.

Σκεφτείται λοιπόν τώρα να μαθαίνατε, επιβεβαιωμένα και με επιστημονική ακρίβεια πως ο φλοιός της γης έχει υποστεί τέτοια μετάλλαξη που αυτό το τέλος έρχεται και θα το συναντήσετε. Τρομακτικό ακούγεται. Ακόμα πιο τρομακτικό είναι να το βλέπεις να εξελίσσεται μπροστά σου. Παρά το γεγονός ότι γνωρίζεις πως πρόκειται για μια προσομοίωση και τίποτα περισσότερο, σου κόβεται η ανάσα. Σίγουρα αν ερχόσουν αντιμέτωπος με τέτοια φαινόμενα, δεν θα περίμενες εκείνα να σε οδηγήσουν στο τέλος της ζωής σου. Πιθανότατα θα είχες πεθάνει από ανακοπή στιγμές νωρίτερα. Τον φόβο αυτό ξέρει πολύ καλά να διαχειρίζεται ο Emmerich και ακριβώς εκεί ποντάρει.

Αν κάτι δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στον Emmerich είναι πως έχει μια μοναδική ικανότητα να δημιουργεί εντυπωσιακές ταινίες καταστροφολογίας. Μπορεί να στερούνται ως ένα βαθμό από άποψη σεναρίου όμως, οπτικοακουστικά το αποτέλεσμα είναι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακό. Καταφέρνει να παίρνει τους φόβους σου και να τους δίνει σάρκα και οστά με τρομακτική ρεαλιστικότητα. Τόσο μεγάλη που σου κόβεται η ανάσα σκεπτόμενος ειδικά πως η πραγματικότητα που δημιουργούν τα εντυπωσιακά εφέ, μπορεί να μην είναι απλά μια φανταστική εικόνα αλλά, μια καλή εκδοχή του τι πρόκειται να ζήσει κάποια στιγμή ο πλανήτης μας σε σύγκριση με την πραγματικότητα.

Μπορεί ο Emmerich να έχει καταστρέψει τον πλανήτη Γη με κάθε πιθανό τρόπο και μέσο, από εξωγήινους μέχρι επιστημονικά δικαιολογημένα φαινόμενα όμως, όπως κάθε μεγάλη χολυγουντιανή υπερπαραγωγή, δεν καταφέρνει να αποφύγει την χρησιμοποίηση κάποιων κλισέ μοτίβων τα οποία σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με την σεναριακή εξέλιξη. Όμως τελικά, δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο είναι ενοχλητικό μέσα στο πνεύμα της καταστροφολογίας. Είναι τόσο σκληρό και βίαιο αυτό που παρακολουθείς που όσο αμερικανιά κι αν είναι, σε ανακουφίζει η αίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει ελπίδα επιβίωσης μιας μερίδας ανθρώπων, η ελπίδα για την δημιουργία ενός νέου καλύτερου κόσμου. Μα πάνω απ’ όλα, η ελπίδα ότι η ανθρωπιά μας δεν χάνεται στα δύσκολα κι ότι αντίθετα, μπορεί να γίνει πιο ισχυρή.

Έχω την πεποίθηση βέβαια πως τέτοιου είδους ταινίες χρησιμοποιούν στο ερμηνευτικό δυναμικό τους ορισμένα γνωστά ονόματα, όχι τόσο γιατί έχει μεγάλη σημασία η προσωπική τους ιστορία που μας βοηθάει να παρακολουθούμε την γενικότερη εξέλιξη της καταστροφής, όσο ως κράχτες. Ωστόσο δεν είναι κάτι που τελικά λειτουργεί κόντρα στο συνολικό αποτέλεσμα αφού, ο Cusack είναι μια υπέρ του δέοντος συμπαθητική παρουσία που πάντα κάνει πιο ευχάριστο το θέαμα που καλούμαστε να παρακολουθήσουμε. Όμως και ολι λοιποί χαρακτήρες της ταινίες είναι αρκετά απολαυστικοί θα λέγαμε και δεν είναι και λίγες οι στιγμές που το έξυπνο χιουμοράκι τους έρχεται να σπάσει την αμηχανία των στιγμών.

Πιστεύω πως όταν κάποιος επιλέγει να δει μια ταινία σαν κι αυτή, περισσότερο από κάθε τι άλλο περιμένει έντονες σκηνές δράσης, υπέρτατα καταστροφικά εφέ κι ένα συγκινητικό τέλος όπου θα αφήνει ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. Σίγουρα το “2012” δεν είναι η καλύτερη δουλειά του Emmerich καθώς ορισμένες ευκολίες που χρησιμοποιεί για την εξέλιξη της πλοκής είναι κάπως υπερβολικές τοποθετημένες σε μια ταινία αυτής της θεματολογίας όμως, δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας επηρεασμού. Αν μη τι άλλο, θα απολαύσετε τα συγκλονιστικά για μια ακόμα φορά εφέ ενώ η αδρεναλίνη σας θα ανέβει σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο.
Βαθμολογία 8/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: 2012
Είδος: Δράσης
Σκηνοθέτης: Roland Emmerich
Πρωταγωνιστές: John Cusack, Thandie Newton, Amanda Peet, Woody Harrelson, Danny Glover, Oliver Platt, Morgan Lily, Chiwetel Ejiofor, George Segal, John Billingsley, Patrick Bauchau, Thomas McCarthy
Παραγωγή: 2009
Διάρκεια: 158’

Επίσημο site:
http://www.whowillsurvive2012.com/

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ - ΜΕΡΟΣ 2ο

Τελετουργικοί δολοφόνοι

Seven (1995): Ο Fincher κάνει το μεγάλο θριλερικό μπαμ με μια ιστορία ενός ανθρώπου που εκτελεί μια σειρά δολοφονιών έχοντας σκοπό να τιμωρήσει χαρακτηριστικά δείγματα των 7 θανάσιμων αμαρτημάτων. Με τελετουργικό τρόπο παρακολουθούμε την διαταραγμένη μεν, ευφυή δε δράση ενός κακού που θέλει να τιμωρήσει στο όνομα της θρησκείας αλλά και να μας κάνει να παραδειγματιστούμε από την δράση του. Μια καλοδουλεμένη ταινία, με σφιχτό σενάριο, εξαιρετική φωτογραφία και χρήση του φωτός και των χρωμάτων και δυνατές ερμηνείες και το κυριότερο, έμφαση στις λεπτομέρειες, παίζοντας με τα οπτικά μας αισθητήρια οδηγώντας την αγωνία μας στα ύψη μέσω μιας άρτιας κι αψεγάδιαστης κινηματογράφησης, ακολουθώντας τα προσεχτικά μελετημένα βήματα ενός κακού που τρομοκρατεί με την απόλυτη και παρανοϊκή ηρεμία του.

Saw (2004): Δύο άντρες αλυσοδεμένοι και η επιλογή του να ζήσουν ή να πεθάνουν είναι δική τους αφού, για να σωθεί κάποιος από τους δύο πρέπει να σκοτώσει τον άλλον. Και οι δυο τους θύματα του πιο αρρωστημένου αλλά ταυτόχρονα, περίπλοκα έξυπνου δολοφονικού μυαλού που συνάντησε ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Μέσω των διαστραμμένων, βίαιων κι αιματηρών του ψυχολογικών παιχνιδιών μας συστήθηκε ο Jigsaw ένας δολοφόνος που ουσιαστικά δεν διαπράττει τα εγκλήματα αλλά, τα στήνει αφήνοντας στα θύματά του την επιλογή αλλά και τις συνέπειές της. Δεν έχει σκοπό να δολοφονήσει αλλά να δώσει ένα μάθημα ζωής, να κάνει τα θύματά του να εκτιμήσουν το δώρο αυτό και να μάθουν. Τι ξύπνησε με αυτόν τον τρόπο στους εμπλεκόμενους αλλά και στους θεατές; Το κλειστοφοβικό, βρώμικο και σκοτεινό περιβάλλον δράσης του; Τον απόλυτο φόβο, την αναζοπύρωση του ενστίκτου της επιβίωσης που όμως έρχεται παράλληλα αντιμέτωπο με ηθικά ζητήματα. Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο για τα sequels που ακολούθησαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα.

Δολοφόνοι βγαλμένοι απ’ την ζωή

The Boston Strangler (1968): Από ένας ήσυχος οικογενειάρχης, ο Albert DeSalvo βρέθηκε κατηγορούμενος, ομολόγησε και καταδικάστηκε για τα κατά συρροήν εγκλήματα του Στραγγαλιστή της Βοστώνης που είχε στόχο νεαρές γυναίκες. Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε το 1965 και ήταν πραγματικά σοκαριστικό για την αμερικάνικη ιδίως κοινωνία ότι 3 μόλις χρόνια αργότερα, η ιστορία του έλαβε χώρα στον κινηματογράφο. Στην ταινία ο DeSalvo παρουσιάζεται ως ένας ψυχοπαθής με διπλή προσωπικότητα που δεν έχει συναίσθηση των πράξεών του. Ωστόσο αυτή η άποψη αμφισβητήθηκε έντονα, ιδιαίτερα μετά την δολοφονία του το 1973 στο αναρρωτήριο των φυλακών όπου ήταν έγκλειστος. 11 φόνοι που όμως σήμερα, κανείς δεν είναι σίγουρος ότι διέπραξε. Ένα είναι μόνο σίγουρο! Ο Στραγγαλιστής σκόρπισε τον τρόμο στις γυναίκες της Βοστώνης και ο Tony Curtis τον έκανε ακόμα πιο ζωντανό με μια δυνατή και παθιασμένη ερμηνεία που προκάλεσε έκπληξη ακόμα κι αν το περιεχόμενο της ταινίας αμφισβητήθηκε.

The Texas Chain Saw Massacre (1974): Η ιστορία του Σχιζοφρενούς Δολοφόνου με το Πριόνι βασίζεται στην πραγματική ιστορία της δολοφονικής δράσης του Ed Gein, η οποία κι έλαβε τέλος το 1954 με την σύλληψή του από τις αρμόδιες αρχές. Μια ιστορία 5 φίλων που στη διάρκεια ενός ταξιδιού τους με σκοπό την διασκέδαση, πέφτουν θύματα μιας οικογένειας κανιβάλων, με κορυφαίο όλων τον έναν γιο της οικογένειας ο οποίος τους κάνει φιλετάκια προς διευκόλυνση των υπολοίπων. Η ταινία είχε πολύ μικρός κόστος παραγωγής όμως απέφερε μεγάλα κέρδη κι έγινε μεγάλη επιτυχία. Όμως ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος να την αποδεκτεί μαζικά με αποτέλεσμα, να απαγορευτεί η προβολή και κυκλοφορεία της σε αρκετές χώρες μέχρι το 1982. Το 1999 η ταινία ξανακυκλοφόρησε σε μια ειδική έκδοση που περιελάμβανε τις κομμένες σκηνές ενώ, το 2003 είχαμε το remake της το οποίο έκανε αρκετά μεγάλη επιτυχία. Χωρίς αμφιβολία, μια από τις πιο καλλιτεχνικές και ατμοσφαιρικές ταινίες τρόμου όλων των εποχών με έναν κακό που πολλές φορές τον χρησιμοποιούμε για να προσωποποιήσουμε ακραίους χαρακτήρες.

Monster (2003): Η Aileen Wuornos είναι η γυναίκα εκείνη που κατόρθωσε από το 1989 μέχρι το 1990, να ξυπνήσει τον τρόμο στους άντρες της Φλόριντα, ιδιαίτερα σε εκείνους που ‘ψώνιζαν’ γυναίκες με σκοπό το sex. 8 συνολικά άντρες τα θύματά της που βρήκαν βίαιο θάνατο από τα χέρια της προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες της νεαρής συντρόφου της Selby. Η αληθινή αυτή ιστορία αυτοκαταστροφής και μανιασμένης οργής βγήκε στις αίθουσες και έκανε, ακόμα και εκείνους που πολύ θα ήθελαν να περάσουν μια νύχτα στο κρεβάτι της Theron, να το ξανασκεφτούν. Ένας από τους λόγους, η τσαλακωμένη εμφάνισή της όμως, υπήρχε κι ένας ακόμα ίσως πιο σημαντικός. Ποιος είναι αυτός; Μια παραλαγή του φόβου του πέους γιατί κακά τα ψέματα, στους άντρες παίζει μεγάλο ρόλο. Η Patty Jenkins κέντισε με την πρώτη της μόλις ταινία, αναζωπυρώνοντας για τους άντρες έναν ξεχασμένο αλλά πάντα δυνατό κι έντονο φόβο.

Zodiac (2006): Βασισμένος στις προσωπικές του μνήμες αφού, ως παιδί ο Fincher ένιωσε στο πετσί του τον τρόμο που είχε σκορπίσει ο Zodiac με την εμμονή του ότι ο άνθρωπος είναι θήραμα, στις γειτονιές του San Francisco, καρφιτσώνοντας παράλληλα στο πέτο απ’ το αρκουδάκι με το οποίο κοιμόταν μια κονκάρδα με την πιο διάσημη ατάκα της εποχής: “Δεν είμαι ο Paul Avery”, αλλά και στα δύο βιβλία του Graysmith, επιδίωξε την προσωπική, ψυχική του κάθαρση γυρίζοντας μια ταινία βασισμένη στην δράση ενός serial killer που προκάλεσε τον τρόμο. Η τρομακτική δράση ενός ευφυέστατου ανθρώπου δοσμένα με υπέρ του δέοντος ατμοσφαιρικό τρόπο σε μια ταινία που σε καθηλώνει. Αν συμπεριλάβει κανείς δε το γεγονός ότι ποτέ δεν θα μάθουμε αν ο πραγματικός ένοχος συλλήφθηκε, το ρίγος που νιώθουμε είναι δικαιολογημένο κάνοντας την ταινία αν και πολύ σύγχρονη, να αξίζει να βρίσκεται στην λίστα μας. Τελικά η δεκαετία ’60-’70 ήταν δύσκολη για την αμερικάνικη ήπειρο.

All time classic δολοφόνοι

Psycho (1960): Ο μετρ του τρόμου, Alfred Hitchcock, κάνει την εμφάνισή του με μια ασπρόμαυρη ταινία τρόμου, εμπενυσμένη από το βιβλίο του Bloch, που έμελλε να ταράξει τα κινηματογραφικά νερά και να αποτελεί μέχρι σήμερα, και πιθανότατα δια βίου, σημείο αναφοράς. Ο Norman Bates είναι ο άντρας εκείνος που στοίχειωσε κάθε ντουζιέρα, κάνοντας τις γυναίκες να ξανασκεφτούν το ενδεχόμενο να πάρουν το μπάνιο τους χωρίς συντροφιά. Ένας γοητευτικός άντρας υπεράνω πάσης υποψίας που στην πραγματικότητα έκρυβε ένα από τα πιο αρρωστημένα μυαλά που συνάντησε ποτέ ο κινηματογραφικός φακός. Χρησιμοποιώντας οχταγωνική λήψη, ο Hitchcock ακολουθεί την πορεία του δράματος, κορυφώνοντάς την χωρίς καμίς δυσκολία. Όλοι ουρλιάξαμε έστω και από μέσα μας, συνοδεία της κραυγής της Janet Leigh και όλοι μας ανριγήσαμε στην θέα του ευλαβικά φυλαγμένου κρανίου της νεκρής μητέρας του τρελαμμένου Bates. Ηθικό δίδαγμα; Μην μένετε στο πρώτο ξενοδοχείο που θα βρεθεί στον δρόμο σας.

The Shining (1980): Δύο τέρατα του σύγχρονου κινηματογράφου ένωσαν τις δυνάμεις τους για να έχουμε την δυνατότητα να θαυμάζουμε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα. Ο Stephen King, η νουβέλα του οποίου ενέμπνευσε την ταινία και ο Stanley Kubrick ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Παρακολουθούμε λοιπόν μια πραγματικότητα η οποία κρύβει δύο διαφορετικές διαστάσεις με κοινά στοιχεία τα οποία και καλούμαστε να ανακαλύψουμε. Εκείνα της ανθρώπινης ψυχολογίας αλλά και του ινδιάνικου στοιχείου που ξυπνάει ένα αιματοβαμμένο και βίαιο παρρελθόν. Ο Jack από την τρέλα της απομόνωσης οδηγείται σε μια δολοφονική μανία, φωνές του παρελθόντος που των καλούν στο ιερό του καθήκον, που καταφέρνει να γίνει τρομακτική απλά και μόνο βλέποντας τα πορτρέτα του προσώπου του, χωρίς να αναγκάζεται να αιματοκυλιστεί. Ο Jack Nicholson στο πιο τρομακτικό και συνάμα, σε έναν από τους πιο έντονους κι εκφραστικούς ρόλους της καριέρας του αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά, πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι.

The Silence Of The Lamps (1991): Ο Hannibal Lecter μας βοήθησε να ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε τον κανιβαλισμό και παράλληλα, να τρομοκρατηθούμε από την ύπαρξη τόσο βίαιων, και έξω από τα ανθρώπινα δεδομένα, ενστίκτων. Για πρώτη φορά μετά το 1941 και το “Ρεβέκκα” ένα ψυχολογικό θρίλερ κατάφερε να κερδίσει τη μεγαλύτερη διάκριση, αυτή της Καλύτερης Ταινίας, βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο του Thomas Harris. Επιπλέον ήταν η τρίτη ταινία στα χρονικά που κατάφερε να διακριθεί και σ’ όλες τις υπόλοιπες κορυφαίες κατηγορίες, αυτές του Καλύτερου Σεναρίου, Καλύτερων Πρώτων Ρόλων και Σκηνοθεσίας. Δικαίως θεωρήθηκε μία απ’ τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών, μία απ’ τις κορυφαίες του είδους της αφού ο φόβος, δεν προκλήθηκε από τον ελεύθερο κι εν δράση δολοφόνο αλλά, από εκείνον τον ευφυή άνθρωπο που βρισκόταν κλεισμένος πίσω από ένα τζάμι ασφαλείας που δεν έμοιαζε αρκετό να σε προστατέψει από τις περίεργες ορέξεις του. Ο Hopkins στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του μας σαγήνεψε την ίδια στιγμή που μας τρομοκράτησε με το παγωμένο και σπιρτόζο βλέμμα του.

Φοβάστε να ζήσετε την εμπειρία του απόλυτου τρόμου; Οι παραπάνω ιστορίες και οι χαρακτήρες που τις υποστηρίζουν, όσο ψυχανώμαλο κι αν ακούγεται αυτό, ίσως σας κάνουν να αλλάξετε γνώμη. Άλλωστε πρόκειται για τις πιο ξεχωριστές, δημιουργικές και cult ταινίες του είδους από τότε που έκαναν την εμφάνισή τους στο σινεμά. Ακολουθήστε τους στο τρομακτικό τους ταξίδι και δεν θα είστε χαμένοι!

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ - ΜΕΡΟΣ 1ο

Από την γέννηση του κινηματογράφου πάρα πολλοί είναι οι κακοί που κατέλαβαν κατά καιρούς την μεγάλη οθόνη. Σκοπός τους, να μας προκαλέσουν τρόμο, δέος, να γίνουν οι χειρότεροί μας εφιάλτες. Κάποιοι από αυτούς πέτυχαν τον σκοπό τους σε αντίθεση με κάποιους άλλους που απλά έγιναν γελοίοι στην προσπάθειά τους αυτή. Όμως δεν θ’ ασχοληθούμε με τους δεύτερους! Τους έχουμε ξεχάσει όπως έκανε και η ιστορία. Θα ασχοληθούμε με τους πρώτους γιατί, όχι απλά κατάφεραν να στοιχειώσουν τα παιδικά, εφηβικά, ακόμα και ενήλικα όνειρά μας αλλά, επειδή επίσης κατόρθωσαν να κερδίσουν μια θέση στο βάθρο των κορυφαίων και αλησμόνητων αλλά, και να αναδείξουν σε αριστουργηματικές τις ταινίες που τους συμπεριέλαβαν.

Δολοφόνοι κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες

Halloween (1978): Ίσως να μην υπάρχει τίποτα πιο σοκαριστικό από την εικόνα ενός 6χρονου παιδιού με αιματοβαμμένα χέρια, πόσο μάλλον όταν το αίμα αυτό προέρχεται από την έφηβη αδερφή του. Ο Michael Myers νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική για να δραπευτεύσει 15 χρόνια αργότερα με σκοπό να επιστρέψει στην πόλη του και να ξανασκοτώσει την νύχτα του Halloween κρυμμένος πίσω από μια μάσκα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τόλμησαν να αναφέρουν το “Halloween” ως το νέο “Ψυχώ” αφού ο Carpenter έχει επηρεαστεί σαφέστατα από τον Hitchcock, χωρίς να τον αντιγράφει αλλά πατώντας απλά και μόνο στα χνάρια του. Κι αν σήμερα μας φαντάζει κλισέ ας σκεφτούμε πως αντιδράσαμε όταν το πρωτοείδαμε και ας αναλογιστούμε πόσο επηρεάστηκαν οι ταινίες του είδους που ακολούθησαν, από την συγκεκριμένη. Ακολούθησαν 7 sequels και 2 remake που όμως, όπως ήταν αναμενώμενο, δεν ήταν το ίδιο.

Friday The 13th (1980): 11 χρόνια πριν από τα γυρίσματα της ταινίας μας ταξιδεύει η ιστορία, όταν ένα νεαρό αγόρι πνίγηκε σε θερινή κατασκήνωση της Crystal Lake η οποία αμέσως έκλεισε. Επιστρέφοντας στο παρόν συναντάμε τους νέους ιδιοκτήτες και το νέο προσωπικό που ένας-ένας εξαφανίζονται αφού κάποιος δεν θέλει να ξανανοίξει η κατασκήνωση κι έτσι τους δολοφονεί. Το πρόσωπο του Jason, κρυμμένο πίσω από μια μάσκα του baseball, αποτέλεσε πολλάκις θέμα συζητήσεων στην προσπάθεια τρομοκρατίας κατασκηνωτών την δεκαετία του ’80. Και πέτυχε τον σκοπό του μένοντας στην ιστορία των ταινιών τρόμου κι επιστρέφοντας πολλές φορές για να δράσει. Το θαυμαστό δε είναι πως το πέτυχε, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι ο ίδιος (τουλάχιστον στην πρωτότυπη εκδοχή) εκείνος που έπραττε τους φόνους αλλά, που όλοι σε αυτόν οδηγήθηκαν απλά και μόνο συμπερασματικά.

Scream (1996): Ίσως η πιο σύγχρονη μάσκα, ίσως η μάσκα εκείνη που κατόρθωσε να αναβιώσει έναν φόβο που κοιμόταν βαθιά μέσα μας για μεγάλο διάστημα. Ο Craven έχοντας δημιουργήσει άθελά του το 1984 τον Freddy Kruger, ένα από τα απόλυτα και cult σύμβολα του τρόμου, αποφάσισε να επανέλθει, μην διστάζοντας μάλιστα να σατιρίσει τις ίδιες του τις ταινίες. Δανείζεται όλη την ιστορία των ταινιών τρόμου και πάνω εκεί χτίζει μια απ’ τις πιο απολαυστικές ταινίες τρόμου των τελευταίων ετών εκεί που το καντηλάκι τους έμοιαζε να έχει σβήσει. Η ιστορία της Sidney που έχασε την μητέρα της από δολοφονική ενέργεια κι ένα χρόνο μετά βλέπει την ιστορία να επαναλαμβάνεται με τους συμμαθητές της ως μεσάζοντα θύματα μέχρι να έρθει η σειρά της, στιγμάτισε τη δεκαετία του ’90, αλλά και το συγκεκριμένο είδος ταινιών κι απέδειξε σε όσους θεωρούσαν πως το να γυρίσεις ένα θρίλερ είναι εύκολη υπόθεση, ότι απλά ζούσαν στην πλάνη τους (δεν ισχύει το ίδιο για τα 2 sequel που ακολούθησαν). Εμείς, σκεφτόμασταν συχνά την τρομακτική μάσκα που αποτέλεσε κι ένα από τα must των επόμενων αποκριών.

Μεταφυσικοί δολοφόνοι από το υπερπέραν

A Nightmare On Elm Street (1984): Μπορεί ήδη να αναφέρθηκε αλλά δεν θα ήταν δυνατόν να απουσιάζει από την λίστα. Ο Freddy και τα κοφτερά σαν λεπίδες δάχτυλά του, ξέσκισαν αρκετές εφηβικές σάρκες την δεκαετία του ’80 (και όχι μόνο) και σήμερα θεωρείται μια από τις πιο cult ταινίες όλων των εποχών κι ένας από τους πιο εφιαλτικούς κακούς. Και όταν λέω εφιαλτικούς, όνομα και πράγμα καθώς, η παραμορφωμένη του μεταθανάτια εμφάνιση γίνεται μέσω των ονείρων των νέων που πλέον δεν μπορεί να ξεκάνει με τα ίδια του τα χέρια, μετατρέποντάς τα σε μια μεταφυσική πραγματικότητα από την οποία δεν μπορού να γλιτώσουν. Ο Craven δεν δημιούργησε ένα νέο είδος τρόμου όμως, αναβίωσε και ανάπλασσε ως έναν βαθμό εκείνο του Carpenter, 6 χρόνια νωρίτερα. Τα sequel που ακολούθησαν ωστόσο δεν είχαν την ίδια τύχη, καθώς έπεσαν στην παγίδα των προκατόχων τους, κάνοντας την υπόθεση απλά γελοία.

Hellraiser (1987): Σε μια εποχή όπου οι ταινίες τρόμου πουλούσαν τρελά και ο Freedy, ο Jason και ο Michael κατέκλυζαν τις οθόνες μας, ο Baker οραματίστηκε και τόλμησε να πλασσάρει ένα διαφορετικό είδος τρόμου μεταφέροντας το ομώνυμο βιβλίο του στον κινηματογράφο αλλά αυτή τη φορά, σκηνοθετώντας ο ίδιος αποκλειστικά. Πιο gore και ταυτόχρονα, πιο ιδιόμορφα μεταφυσικό απ’ όσο είχαμε συνηθίσει μέχρι τότε, το “Hellraiser” και ο Pinhead τρομοκράτησαν τις φαντασιώσεις μας. Ο Frank άνοιξε τον Κύβο Των Λυγμών θέλοντας να ζήσει μια εμπειρία πέρα από τον πόνο και την ηδονή. Όμως τα πλάσματα που βγαίνουν από εκεί δεν είναι καλόβουλα πνεύματα αλλά δαίμονες που τον βασανίζουν μέχρι να τον ξεσκίσουν. 20 χρόνια αργότερα επιστρέφει για να παρασύρει την Kristy σε έναν νέο κύκλο σεξιστικού και ηδονικού, ακραίου πόνου κι εμείς παρακολουθούμε αποσβολωμένοι και ανύμποροί να αντιδράσουμε, τον Pinhead να εκτελεί το καθήκον του. Για μια ακόμη φορά, ακολούθησαν αποτυχημένα sequels.

Child’s Play (1988): Ο μεταφυσικός τρόμος ξαναζωντανεύει αλλά αυτή τη φορά αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ένα πολύ αγνό μέσο. Μια παιδική κούκλα που θα φιλοξενήσει την ψυχή ενός μεγάλου δολοφόνου προκειμένου να μην χαθεί, βεβηλώνοντας με αυτό τον τρόπο, το ανέγγιχτο μέχρι τότε παιδικό σύμπαν. Αν οι πορσελάνινες κούκλες σας προκαλούσαν από παιδιά έναν υπόγειο, αδιευκρίνιστο φόβο, η ύπαρξη του Chucky ήρθε να τον δικαιολογήσει, καταφέρνοντας παράλληλα να μείνει στην ιστορία αλλά και στην μνήμη όλων μας για έναν απλούστατο λόγο. Κατάφερε να πάρει τον γεμάτο αθωότητα και παιχνίδια παιδικό κόσμο και να τον μετατρέψει σε μια τρομακτική κόλαση, όχι μόνο για τους ανήλικους αλλά και για τους ενήλικους που πίστευαν ότι τον έχουν αφήσει πίσω τους. Η πορεία των sequels δεν διαφέρει πολύ από κάθε άλλη, παρόμοια περίπτωση.

Stephen’s King It (1990): Αν νομίζετε πως οι τηλεταινίες δεν είναι ικανές να έχουν μια θέση στην λίστα μας πλανάστε πλάνην οικτρά. Ο Pennywise The Dancing Clown ήταν μια από τις πιο τρομακτικές φιγούρες της δεκαετίας του ’90. Μεταφορά από το ομώνυμο βιβλίο του Stephen King, “Το Αυτό” ήταν τρομακτικό για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί στην καθημερινότητά του είχε υιοθετήσει μια παιδική αγαπημένη φιγούρα, εκείνη του κλόουν που όμως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, θα δει πως σε κάθε της μορφή και διάσταση είναι τρομακτική και απόκοσμη, και δεύτερον, προκειμένου να προβεί στην δολοφονική του δράση υιοθετούσε τον φόβο του κάθε θύματος χωριστά. Το αποτέλεσμα αυτού, να μην μπορείς να ξεφύγεις από τα βίαια και αχόρταγα σχέδιά του. Τον τρόμο αυτό ζει μια ομάδα παιδιών στο Derry που παρά του ότι νόμιζε ότι τον νίκησε, καλείται να επιστρέψει 30 χρόνια μετά για την ολοκήρωση του στόχου τους, μιας υπόσχεσης που στον χρόνο δεν έσβησε. Ο Tim Curry μαγεύει και τρομοκρατεί στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

The Ring (2002): Μια καταραμένη ψυχή, ένα κορίτσι που κανείς δεν κατάλαβε και που θέλοντας να διαδώσει το μήνυμά του αποφάσισε να σκοτώσει όποιον αδυνατούσε να καταλάβει. Η μορφή της Sadako με τα μακριά, μαύρα της μαλλιά, κατάφερε να αφυπνήσει τους φόβους μας. Μια μεταφυσική οντότητα που καταφέρνει να συνδέει το παρελθόν με το παρόν, να μας ταξιδεύει στους τόπους των βασανιστηρίων της αλλά το κυριότερο, να εμφανίζεται στον δικό μας κόσμο διψασμένη για εκδίκηση. Το πιο τρομακτικό όλων, η άγνοια καθώς, βλέπουμε τα θύματα, ξέρουμε πότε είναι η δικιά μας σειρά όμως, δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο φτάνουμε εκεί. Remake του ιαπωνικού “Ringu” και επαναβάπτιση της εκεί μεταφυσικής δαιμόνιας παρουσίας, Samara, το “The Ring” είναι μια από τις ταινίες εκείνες που μας τάραξαν και που ο κεντρικός της, παιδικός χαρακτήρας, έγινε εφιάλτης και προάγγελος θανάτου.

Το δολοφονικό πρόσωπο του Σατανά

The Exorcist (1973): Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του William Peter Blatty που ανέλαβε και την σεναριακή του μεταφορά κάτι για το οποίο τιμήθηκε με oscar, “Ο Εξορκιστής” θεωρήθηκε από πολλούς η πιο τρομακτική ταινία όλων των εποχών. Δεν ξέρω αν είναι τελικά με το πέρασμα του χρόνου η πιο τρομακτική, είναι σίγουρα όμως μέσα στην λίστα των πρώτων. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι! Πρώτον, κακοποιήθηκε ένα αγνό, αθώο, ανήλικο και αμόλυντο κορίτσι, τόσο στην ψυχή όσο και στο σώμα. Δεύτερον, σείστηκαν τα θεμέλια της πίστης και ο κόσμος ταράχτηκε από την συνειδητοποίηση της ύπαρξης του Σατανά. Τρίτον και σημαντικότερο, όχι απλά υπάρχει ο Σατανάς αλλά μπορεί να μας καταβάλει μέχρι θανάτου. Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, σίγουρα σήμερα μπορεί να μην σοκαριζόμαστε από τις επίμαχες σκηνές όσο όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία όμως, ακόμα είμαστε σε θέση να αναριγήσουμε από το θέαμα σκεπτόμενοι πως θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε, αν κι εφόσον έχεις πίστη στο Θεό και στο αντίθετό του. Πόσο μάλλον όταν βλέπεις την Linda Blair να βιώνει των παθών της τον τάραχο.

The Omen (1976): Η ταινία που τρία χρόνια μετά την προαναφερόμενη έκανε ολόκληρη την Αμερική να φοβάται να αποκτήσει αγόρι, να αποκλείει κάθε πιθανότητα να τον βγάλει Damien και το κυριότερο, να μην θέλει με τίποτα να γεννηθεί 6/6 στις 6 η ώρα. Ο Σατανάς δεν ήταν απλά κάτι που μπορούσε να καταλάβει το σώμα κάποιου αλλά μια ζωντανή, κινούμενη παρουσία με προσωπικότητα και ενεργό δράση μέσα στον ίδιο χώρο και χρόνο με μας. Ο Αντίχριστος γεννήθηκε και ξεκίνησε να μεγαλώνει για να ολοκληρώσει 2 ταινίες μετά, τον κύκλο του στην γη. Μέχρι τότε, η απόλυτη προσωποποίηση του κακού ταυτίστηκε με το αθώο φαινομενικά, υποχθόνια σατανικό μουτράκι του Harvey Stephens (II). Το συγκεκριμένο πιτσιριίκι αποτελεί μια καλή δικαιολογία για όποιον θέλει ν’ αποφύγει να κάνει παιδί. Είναι πραγματικά τόσο τρομακτική η ταινία; Είναι ανατριχιαστική καθώς, η γρήγορη σκηνοθεσία, το καλογραμμένο σενάριο και η ατμοσφαιρική μουσική, προσφέρουν όλα εκεί να που μπορούν να σου προκαλέσουν τρόμο απλά και μόνο στην σκέψη τους. Υπήρξε και sequel το 2006 που όμως ούτε καν άγγιζε το πρωτότυπο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Η ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ - THE SIXTH SENSE

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο Malcolm Crowe είναι ένας ψυχολόγος για παιδιά.Ένα βράδυ, ένας απελπισμένος παλιός του πελάτης, ο Vincent, τον πυροβολεί και έπειτα ο ίδιος αυτοκτονεί.
Το γεγονός σοκάρει τον Crowe και δεν μπορεί να το βγάλει από το μυαλό του. Νιώθει ενοχές που δεν στάθηκε ικανός να τον βοηθήσει.
Γι’ αυτό όταν συναντά τον Cole, ένα αγόρι που παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα με τον Vincent, νιώθει πως αν μπορέσει να βοηθήσει αυτόν, θα εξιλεωθεί και για το χαμό του.
Η πραγματική κατανόηση του προβλήματος όμως θα έρθει, όταν ο Cole εκμυστηρευτεί στον Malcolm ότι βλέπει νεκρούς ανθρώπους.

Προσωπική άποψη:
“Η Έκτη Αίσθηση” είναι μια ταινία αρκετοί μίσησαν και πολλοί περισσότεροι λάτρεψαν. Την δεύτερη κατηγορία μπορώ να την δικαιολογήσω πολύ εύκολα κάτι το οποίο άλλωστε σκοπεύω να αναπτύξω παρακάτω αφού ανήκω κι εγώ σ’ αυτούς. Όσον αφορά λοιπόν τους πρώτους, ο μοναδικός λόγος που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι ίσως δεν κατάλαβαν την ταινία και την ουσία της. Δεν ξέρω αν μπορώ να τους αδικήσω αφού δεν είναι λίγοι εκείνοι που ξέρω και από προσωπική εμπειρία, που χρειάστηκα μια δεύτερη ανάγνωση της ταινίας, τόσο για να την καταλάβουν όσο και για αντιληφθούν το ευφυέστατο σενάριο, αλλά και σκηνοθεσία, που κρυβόταν πίσω της.

Είναι πραγματικά λυπηρό, βλέποντας την πρώτη αυτή ταινία του Shyamalan που μας γέννησε τεράστιες ελπίδες και προσδοκίες για το καλλιτεχνικό του μέλλον, να σκέφτομαι ότι δεν υπήρξε καμία ισάξιά της, πόσο μάλλο ανώτερή της. Μπορεί το “Σκοτεινό Χωριό” με μια δεύτερη επίσης ματιά να ήταν ενδιαφέρον, έξυπνο και περιπαικτικό όμως, δεν ήταν και πάλι αρκετό. Ο Shyamalan στην “Έκτη Αίσθηση” δεν σκηνοθετεί απλά αλλά κεντάει, δημιουργώντας μια μυστηριώδη, σκοτεινή ατμόσφαιρα που καθηλώνει τον θεατή δημιουργώντας του έναν υπόγειο φόβο που ξεπηδάει για να τον τρομάξει απλά και μόνο με αέρινες παρουσίες που ουσιαστικά δεν συμμετέχουν σε βίαιη δράση.

Ο Shyamalan μοιάζει σαν να έχει χωρίσει την ταινία σε δύο θεματικές ενότητες που συνδέονται άρεικτα όμως μεταξύ τους με ένα λεπτό, αόρατο σχοινί. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τους δύο εσωστρεφείς πρωταγωνιστές να προσπαθούν να αποσπάσουν ο ένας από τον άλλον ό,τι τους είναι απαραίτητο προκειμένου να μπορέσουν ο ένας να εξωτερικεύσει τις σκέψεις και τους φόβους του και ο άλλος να λυτρώσει την ψυχή του από τις τύψεις που την βαραίνουν. Αφού το κίνητρο εκτελείται προσωράμε σταδιακά στο δεύτερο μέρος της ιστορίας, εκείνο που ο νεαρός πρωταγωνιστής αντιμετωπίζει τους φόβους του για να καταλάβει πως το χάρισμά του δεν είναι κατάρα αλλά ένα μέσο για να λυτρωθούν οι αδικοχαμένες ψυχές εκείνων που τον καλούν σε βοήθεια.

Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας αισθανόμαστε σα να βρισκόμαστε συμμετέχοντες σε ένα παιχνίδι που πότε είμαστε ο κυνηγός και πότε το θήραμα. Εκεί που πιστεύουμε ότι έχουμε την λύση στα χέρια μας, άλλο ένα κομμάτι του παζλ έρχεται να πέσει στο τραπέζι, να μας παραπλανήσει και να μας οδηγήσει πάλι στο μηδέν, προσπαθώντας να κατανοήσουμε από την αρχή τα γεγονότα και να ξαναδυνδέσουμε τα στοιχεία μεταξύ τους. Όμως ο Shyamalan είναι ειλικρινής αφού στην πραγματικότητα δεν μας αποκρύπτει τίποτα, από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο πλάνο. Στην πραγματικότητα εμείς δεν ακολουθούμε σωστά τα σημάδια, δεν τους δίνουμε την απαραίτητη προσοχή, μια διαδικασία στην οποία μπαίνουμε αφού μας έχει οδηγήσει αριστοτεχνικά στο ανατρεπτικό και συγκλονιστικό φινάλε, απαντώντας έτσι σε κάθε μας ερώτημα και λύνοντάς μας κάθε απορία.

Όλη η ιστορία ουσιαστικά ξετυλίγεται μόνο γύρω από δύο πρόσωπα. Εκείνα του Osment και του Willis. Όσον αφορά τον πρώτο τα λόγια που θα μπορούσα να πω για να χαρακτηρίσω την ερμηνεία του μάλλον θα ήταν φτωχά. Ένα ιδιοφυές, εκκολαπτόμενο ταλέντο που μας συντάραξε και μας συγκίνησε μια ερμηνεία γεμάτη πάθος και εκφραστικότητα, με έναν τεράστιο τρόμο, μια μια βάναυση αγωνία στο υγρά μάτια, στην σπασμένη φωνή, στην ταραγμένη ψυψή ενός μικρού παιδιού που δεν μπορεί να διαχειριστεί το μεταφυσικό. Όσον αφορά τον δεύτερο, βρίσκεται πολύ μακριά από τους macho ρόλους που τον έχουμε συνηθίσει, κάτι που για μένα προσωπικά είναι πολύ ευχάριστο. Χρησιμοποιεί την εμπειρία του κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διατηρήσει την παρουσία του σε ένα επιτηδευμένο, χαμηλό προφίλ, με υποτονικούς τρόπους χειρισμού των καταστάσεων ώστε να τις φέρει εκεί που θέλει.

“Η Έκτη Αίσθηση” ήταν η ταινία εκείνη που το 1999 έκανε όλους τους θεατές να αναρωτιούνται μετά το αναπάντεχο φινάλε της, να αναρωτιούνται πως και να προσπαθούν να συνδέσουν όλα τα κομμάτια στο μυαλό τους. Ήταν η ταινία εκείνη που συζητήθηκε όσο λίγες και που ανέδειξε άλλο ένα νέο αστέρι που δυστυχώς κάπου στην πορεία χάθηκε, εκείνου του πιτσιρικά τότε Osment. Ο Shyamalan μέσα σε μια νύχτα έγινε από τα πιο μεγάλα και υποσχόμενα ονόματα στον χώρο της σκηνοθεσίας, φιλοδοξίες που δυστυχώς δεν διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο. Όπως και να ‘χει, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες φορές και να την δούμε, ακόμα κι αν πλέον το στοιχείο της έκπληξης έχει χαθεί, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι πρόκειται για μια από τις πιο έξυπνες, πιο καλοστημένες, πιο δημιουργικές ιστορίες φαντασμάτων που έχουν λάβει χώρο στο κινηματογραφικό πανί.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Η Έκτη Αίσθηση
Είδος: Θρίλερ
Σκηνοθέτης: M. Night Shyamalan
Πρωταγωνιστές: Bruce Willis, Haley Joel Osment, Toni Collette, Olivia Williams, Donnie Wahlberg, Mischa Barton, Glenn Fitzgerald, Trevor Morgan, Bruce Norris
Παραγωγή: 1999
Διάρκεια: 107’

Σχετικά sites που αξίζουν τον κόπο:
http://www.imdb.com/title/tt0167404/
http://en.wikipedia.org/wiki/The_Sixth_Sense