Τρίτη, 09 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ - THE GIFT

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Σε μια φιλήσυχη επαρχιακή πόλη ζει η Annie, χήρα και μητέρα τριών αγοριών. Οι κάτοικοι της πόλης γνωρίζουν πως η νεαρή μητέρα είναι προικισμένη με μαντικές ικανότητες και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν ζητήσει τη βοήθειά της.
Παρ’ όλα αυτά, όλοι αναστατώνονται από ένα απρόσμενο και μακάβριο γεγονός. Η νεαρή Jessica King, σύζυγος του κακότροπου Donnie Barksdale και κόρη ενός από τους επιφανείς κατοίκους της πόλης, εξαφανίζεται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.
Όταν οι έρευνες των αστυνομικών Αρχών αποβαίνουν άκαρπες, ο πατέρας της κοπέλας ζητά τη βοήθεια της Annie.

Προσωπική άποψη:
Η πρώτη ταινία που είδα με την καλύτερη μου φίλη στον κινηματογράφο. Ο λόγος, ότι ήθελε η αδερφή της να την δει σαν τρελή, δεν έβρισκε παρέα και για να πάμε μαζί της ώστε να μην είναι μόνη της, μας έκανε τα έξοδα. Το γεγονός βέβαια ότι δεν πλήρωσα εισιτήριο και παρελκόμενα, χρύσωσε κάπως το χάπι όμως, δεν μπορείς, έστω κι αν δεν πλήττεις θανάσιμα, να μην σκεφτείς κατά την προβολή πως, αυτή την υπόθεση κάπου την έχω ξαναδεί με άλλα πρόσωπα. Και πραγματικά ισχύει, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας σου ούτε de jà vu.

Ίσως κάποιοι διαβάζοντας απλά και μόνο την περίληψη του έργου, να κατάλαβαν σε ποια ταινία αναφέρομαι. Αν πάλι όχι, πρόκειται για το “Ένοχο Μυστικό”. Μπορεί εκεί η πρωταγωνίστρια να μην ήταν μέντιουμ της κακιάς ώρας όμως, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία και η πλοκή, μοιάζουν με αντιγραφή της προαναφερόμενης ιστορίας. Το χειρότερο όλων, δεν είναι η αντιγραφή από μόνη της αλλά, το γεγονός ότι πρόκειται για μια πολλή κακή αντιγραφή, προβλέψιμη σε όλα τα σημεία, χωρίς φαντασία, χωρίς κανένα στοιχείο έκπληξης.

Ο Raimi παίρνει ως κεντρικό άξονα της ιστορίας του μια ξαναχρησιμοποιημένη ιδέα. Αυτό μπορεί να μην ήταν και κακό αν είχε φροντίσει έτσι ώστε, να την αναδιαμορφώσει, θέτοντάς την σε κάποιες νέες βάσεις, αλλάζοντας λίγο την ροή των δεδομένων ή ακόμα, και εισάγοντας στοιχεία τα οποία θα αποπροσανατόλιζαν τον θεατή. Γιατί, ποια είναι η ουσία να παρακολουθείς ένα θρίλερ όπου, ενώ θα έπρεπε να αναζητάς τον δολοφόνο, δεν το κάνεις γιατί ήδη τον ξέρεις από τα πρώτα κι όλας λεπτά, χωρίς καν να έχεις παίξει με τα αποδεικτικά στοιχεία;

Αν κάτι όμως με εκπλήσσει ακόμα περισσότερο είναι η σκηνοθετική αδυναμία του Raimi να διατηρήσει την εξέλιξη της πλοκής σε γρήγορους ρυθμούς και σε υψηλά επίπεδα αγωνίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να δημιουργήσει το ατμοσφαιρικό κλίμα που απαιτούν οι παραγωγές του είδους κατά συνέπεια, το έργο δεν καταφέρνει να γίνει στην ουσία του να γίνει επιβλητικό και τρομακτικό. Αν υπάρχει στην αρχή κάποια σχετική ένταση, στα σημεία κορύφωσης, αντί να παίρνει την ανιούσα, επιλέγει έναν άλλο, πιο κατηφορικό δρόμο.

Αν κάτι είναι παρήγορο αυτό είναι η παρουσία της Cate Blanchett στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πέραν της καλής της ερμηνείας, το παρουσιαστικό της είναι το ιδανικό για να υποστηρίξει μια τόσο παράξενη προσωπικότητα όσο αυτή της πρωταγωνίστριας. Από ‘κει κι έπειτα βέβαια, ακολουθεί το χάος, με πολύ δημοφιλή ονόματα του Hollywood τα οποία όμως, σε κάνουν να απορείς, όχι γιατί δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην ταινία γενικότερα αλλά, γιατί το έκαναν εφόσον βαριόντουσαν.

Θεωρώ πως ο μοναδικός λόγος για να εντυπωσιαστεί κάποιος βλέποντας αυτή την ταινία, είναι να μην έχει δει το “Ένοχο Μυστικό”. Μου φαίνεται πολύ δύσκολο, σχεδόν απίθανο, να ισχύει κάποια άλλη πιθανότητα. Αν όμως δεν το έχετε δει κι αποφασίσετε να επιλέξετε ανάμεσα στα δύο για το πιο θα παρακολουθήσετε, νομίζω ότι η επιλογή είναι ξεκάθαρη και δεν σηκώνει δεύτερη σκέψη. Γι’ αυτό άλλωστε το ένα το θυμούνται όλοι μέχρι σήμερα ενώ το άλλο, μάλλον δεν το θυμάται ούτε ο ίδιος ο Raimi.
Βαθμολογία 5/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Το Χάρισμα
Είδος: Θρίλερ
Σκηνοθέτης: Sam Raimi
Πρωταγωνιστές: Cate Blanchett, Keanu Reeves, Katie Holmes, Hilary Swank, Giovanni Ribisi, Greg Kinnear, Michael Jeter, J.K. Simmons
Παραγωγή: 2000
Διάρκεια: 111’

Σχετικά sites που αξίζουν τον κόπο:
http://www.imdb.com/title/tt0219699/
http://en.wikipedia.org/wiki/The_Gift_(2000_film)

Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:H Χάριετ Βάνιερ εξαφανίστηκε πριν από τριάντα έξι χρόνια κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιρινού φεστιβάλ στο σουηδικό θέρετρο Χέντεμπι. Παρά τις έρευνες της αστυνομίας, δε βρέθηκε ποτέ κανένα ίχνος της δεκαεξάχρονης κοπέλας.
Το έσκασε; Έπεσε θύμα απαγωγής; Ή θύμα δολοφονίας; Κανείς δε γνωρίζει - η υπόθεση έκλεισε, όλοι ξέχασαν τις λεπτομέρειες. Όλοι, εκτός από το θείο της Χάριετ, τον Χένρικ Βάνιερ, έναν ηλικιωμένο βιομήχανο, που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να λύσει το μυστήριο προτού πεθάνει.
Στους τοίχους του γραφείου του υπάρχουν σαράντα τρία κορνιζαρισμένα λουλούδια. Τα επτά πρώτα ήταν δώρα από την ανιψιά του. Τα υπόλοιπα έφταναν ανώνυμα κάθε χρόνο στα γενέθλιά του.
Έτσι αρχίζει το MILLENNIUM, μια περιπέτεια εγκλήματος και τιμωρίας, σεξουαλικής διαστροφής και οικονομικής απάτης, αλλά και μια τρυφερή ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν κατατρεγμένο δημοσιογράφο και ένα ανορεκτικό κορίτσι με τατουάζ, άσο στους υπολογιστές.

Προσωπική άποψη:
Τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν ανήκουν στο είδος εκείνο το οποίο είναι ιδιαίτερα φιλικό στα γούστα και τις επιλογές μου. Στην πλειοψηφία τους μου φαίνονται αρκετά μονοδιάστατα έως και βαρετά αφού κουράζουν με επαναλαμβανόμενες προσπάθειες να αποπροσανατολίσουν τον αναγνώστη. Οι μοναδικές ωστόσο ομοιότητες ανάμεσα σε αυτά τα βιβλία και στο βιβλίο του Larsson, εντοπίζονται μόνο στις πρώτες σελίδες του και αμέσως εξαφανίζονται, παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα πραγματικά μαγευτικό αστυνομικό ταξίδι.

Το βιβλίο του Larsson στις πρώτες σελίδες, δυσκολεύεται κάπως να βρει τον ρυθμό του. Το κάνει όμως σύντομα ακολουθώντας από ‘κει κι έπειτα μια σταθερή πορεία της οποίας τα βήματα οδηγούν το ενδιαφέρον μας στην κορύφωση. Ο χρόνος κυλάει αβίαστα και εμείς, καλούμαστε να συλλέξουμε τα κομμάτια ενός παράξενου κι επικίνδυνου πάζλ, που στην πραγματικότητα έχει πολλές περισσότερες διαστάσεις από αυτές που αρχικά πιστεύουμε, και να τα συνθέσουμε έτσι ώστε να οδηγηθούμε στην λύση του μυστηρίου.

Η υπόθεση αρχικά επικεντρώνεται γύρω από την εξαφάνιση και την κατ’ υποψία δολοφονία της αγνοούμενης Χάριετ. Καθώς όμως ο δημοσιογράφος Μίκαελ διεισδύει όλο και περισσότερο στα δεδομένα που έχει στα χέρια του, ανακαλύπτοντας νέα στοιχεία και συνειδητοποιεί ότι πίσω από την εξαφάνιση της τότε δεκαεξάχρονης κοπέλας, κρύβεται κάτι περισσότερο από ένα οικογενειακό δράμα. Κάτι περισσότερο από τα μέλη μιας δυσλειτουργικής οικογένειας που λιγότερο ή περισσότερο, είναι υποψήφιοι για την θέση του δολοφόνου.

Ξεκινάει λοιπόν να ξετυλίγει ένα κουβάρι του οποίου η άκρη αγγίζει, όχι μόνο την οικογένεια Βάνιερ αλλά, μια Σουηδία και γενικότερα, ολόκληρη την Δυτική κοινωνία που μαστίζεται από προβλήματα όπως η λαθρομετανάστευση, η σεξουαλική κακοποίηση, η βία με όλες τις προεκτάσεις τις ακόμα, και τον εσωτερισμό και την δυσκολία επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν τους επιτρέπει να εκφραστούν και να λυτρωθούν αλλά, τους οδηγεί στην απομόνωσή τους.

Η δράση είναι καταιγιστική και όσο το βιβλίο εισχωρεί ακόμα βαθύτερα, εκείνη πολλαπλασιάζεται ακολουθώντας ξέφρενους ρυθμούς που σου κόβουν την ανάσα. Η λήψη πληροφοριών είναι συνεχής αλλά εξηγείται και συνδυάζεται με τα προηγούμενα δεδομένα με έναν τόσο ιδιαίτερο τρόπο που, καθιστά εύκολη την παρακολούθησή τους, οδηγώντας μάλιστα τον αναγνώστη στο να συνδυάσει από μόνος του βήμα-βήμα το κομμάτια που του δίνονται ώστε να οδηγηθεί στην λύση. Γιατί σκοπός του Larsson δεν ήταν το να την παραδώσει έτοιμη και σερβιρισμένη αλλά, το να οξύνει τις αισθήσεις του αναγνώστη.

Ο κάθε χαρακτήρας αποτελεί μια εξ’ ολοκλήρου ξεχωριστή και συνάμα μοναδική προσωπικότητα. Ο ένας φαίνεται να μην μοιάζει στο ελάχιστο με τον άλλο όμως, αυτό δεν τους εμποδίζει από το να συνυπάρχουν, να συγκρούονται αλλά και να αλληλοσυμπληρώνονται. Όλοι τους όμως, παρά την διαφορετικότητά τους, είναι ολοκληρωμένοι. Εξίσου ξεχωριστά όμως είναι και τα τοπία στα οποία κινούνται. Οι περιγραφές του Larsson είναι γλαφυρές αλλά όχι κουραστικές, δίνοντας έτσι μια ξεκάθαρη εικόνα της επαρχιακής αλλά και της αστικής Σουηδίας. Πέραν όμως αυτού, παρουσιάζει το φανερό πρόσωπο του Δυτικού κόσμου αλλά κι εκείνο που προσπαθεί να μείνει κρυμμένο στις σκιές.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό αλλά και ερωτικό θρίλερ, στο οποίο η βία, η διαστροφή, η κακοποίηση και όλα αυτά δοσμένα μέσα από ένα αμφιλεγόμενο σεξουαλικό πρίσμα, έχουν τον πρώτο ρόλο. Πολλές φορές εντυπωσιάζει, πολλές ακόμα ξαφνιάζει, ίσως όμως, πολλές περισσότερες να σοκάρει. Ένα ιδιαίτερο και γοητευτικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη, ιδωμένο, όχι μόνο μέσω της αστυνομικής αλλά, και της δημοσιογραφικής ματιάς, στηριγμένο σε στοιχεία και δεδομένα της πραγματικής ζωής που όσο καλά κι αν προσπαθεί να κρυφτεί υπάρχει και βγαίνει τρομακτικά και βίαια στο φως.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Stieg Larsson
Μεταφραστής: Μαθόπουλος Γιώργος
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2009
Αρ. σελίδων: 672
ISBN: 978-960-453-520-0

Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2010

ΜΠΟΛΤ - BOLT

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο Bolt είναι ένας διάσημος σκύλος, πρωταγωνιστής ενός tv show που με τα κόλπα του, τρελαίνει τους δείκτες ακροαματικότητας.
Μια μέρα, εξαιτίας ενός μπερδέματος θα βρεθεί περιπλανώμενος στους δρόμους της Νέας Υόρκης, όπου θα μάθει να επιβιώνει βασιζόμενος στις δικές του δυνάμεις για να βρει το δρόμο του γυρισμού.

Προσωπική άποψη:
Είναι γεγονός ότι η Pixar τα τελευταία χρόνια, έχει ξεφύγει χιλιόμετρα μπροστά στον τομέα του κινουμένου σχεδίου. Αυτό όμως δεν μπορεί να εμποδίσει την Disney να κυκλοφορεί δικές της παιδικές ταινίες. Προσπαθεί λοιπόν να αξιοποιήσει όσο καλύτερα μπορεί το computer animation της εποχής και το αποτέλεσμα θα χωρίσει το κοινό σε δύο κατηγορίες. Στους ενήλικες που θα προτιμήσουν το “Wall-E” της ίδιας χρονιάς και στους μικρούς φίλους που θα προτιμήσουν το μικρό χαρούμενο σκυλάκι καθότι, μιλάει περισσότερο, κινείται περισσότερο και γενικώς, βασίζεται πάνω στην παιδική ιδιοσυγκρασία.

Στα τεχνικά χαρακτηριστικά η ταινία είναι άψογη δείχνοντας πως, και η Disney αν το θέλει, μπορεί να χρησιμοποιήσει τον τομέα του ψηφιακού κινουμένου σχεδίου απόλυτα ικανοποιητικά. Η κίνηση μοιάζει σαν να γίνεται σε πραγματικό χρόνο, τα χρώματα και το κάθε φόντο είναι ρεαλιστικά και οι γκριμάτσες των πρωταγωνιστών υπέρ του δέοντος φυσικές. Το πρόβλημα όμως που ένας ενήλικας θα εντοπίσει είναι το γεγονός ότι, η Disney θυσιάζει ως έναν βαθμό την σεναριακή ποιότητα που μας έχει συνηθίσει προκειμένου να ανταγωνιστεί την σύγχρονη εποχή.

Η ιστορία είναι αρκετά κοινότυπη καθώς, όχι μόνο την έχουμε δει σε αρκετά κινούμενα σχέδια αλλά, και σε κανονικές ταινίες όπου δύσμοιρα ζωάκια πάνε από την μία άκρη της Αμερικής στην άλλη προκειμένου να βρουν το αφεντικό τους. Η μόνη διαφορά είναι ότι άλλες φορές παρουσιάζεται πιο κωμικά και άλλες, πιο συναισθηματικά. Η ουσία είναι μία όμως και κοινή και στις δύο περιπτώσεις! Μέσω του ταξιδιού όλοι παίρνουν ένα μάθημα ζωής που στα μάτια των παλαιότερων γενιών φαντάζει κάπως τετριμμένο και πολυφορεμένο.

Συνέπεια όλων των προηγούμενων είναι πως, οι ψηφιακοί ήρωες ναι μεν είναι απίστευτα γλυκούληδες και συμπαθέστατοι όμως, το κωμικό στοιχείο δεν υπάρχει τόσο έντονο όσο θα θέλαμε. Σίγουρα η ταινία έχει τις καλές της στιγμές όμως, θα προτιμούσαμε να γελάσουμε από καλύτερα δομημένα αστεία που θα εμπεριέχονταν στο σενάριο παρά, από τις γκριμάτσες των συμπαθέστατων τετράποδων, ή και πτηνών σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα δίποδα αρκούνται στην ανθρώπινη φύση του. Και πάλι όμως όλα αυτά ισχύουν για τους ενήλικες θεατές.

Ανάμεσα σε αυτούς που δανείζουν τις φωνές τους στου ψηφιακούς χαριτωμένους ήρωες της μικρής μας περιπέτειας, εύκολα ξεχωρίζεις τον Travolta. Μπορώ να πω ότι είναι μια ευχάριστη έκπληξη και ότι είναι κάτι που κάνει με μεγάλη επιτυχία και αποδοτικότητα. Αποδοτικοί όμως είναι και οι λοιποί ηθοποιοί που δίνουν ζωή στο όλο εγχείρημα, ισχυροποιώντας με τον τρόπο αυτό τα εκφραστικά μέσα των χαρακτήρων.

Συνολικά το έργο μπορεί να παρουσιάζει αδυναμίες καθώς, δεν έχει την αίγλη των κλασσικών παιδικών ταινιών της Disney και το σενάριο φαντάζει κάπως κοινότυπο και πεζό όμως, είναι μια ταινία που μέσα από την απλότητά της γοητεύει και παρακολουθείται ευχάριστα από τους ενήλικες, με ενθουσιασμό από τους μικρότερους ηλικιακά θεατές. Η Disney μπορεί να κάνει πράγματα στο χώρο του ψηφιακού κινουμένου σχεδίου, κάτι αποδεικνύεται αρκεί, να μην ξεχάσει τις καταβολές της.
Βαθμολογία 7/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Μπολτ
Είδος: Computer Animation
Σκηνοθέτες: Byron Howard & Chris Williams (II)
Πρωταγωνιστές: John Travolta, Miley Cyrus, Malcolm McDowell, Diedrich Bader, Susie Essman, Mark Walton, Dan Fogelman, Greg Germann
Παραγωγή: 2008
Διάρκεια: 96’

Επίσημο site:

http://www.disney.go.com/disneyvideos/animatedfilms/bolt/

Τετάρτη, 03 Φεβρουαρίου 2010

AUSTRALIA

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Λίγο πριν ξεσπάσει ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο μυστηριώδης φόνος του συζύγου της θα οδηγήσει την Λαίδη Sarag Ashley στην απόφαση να εγκαταλείψει τα σαλόνια της Αγγλίας και να εγκατασταθεί στη μακρινή Αυστραλία.
Εκεί θα αναλάβει την αχανή έκταση γης και ένα κοπάδι βόδια, τα οποία και κληρονόμησε από τον αποθανόντα σύζυγό της.
Η ίδια, θέλοντας να προστατέψει την περιουσία της, θα αναζητήσει βοήθεια στο πρόσωπο του Drover με σκοπό να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της.

Προσωπική άποψη:
Παρακολουθώντας το “Australia” γεννήθηκε μια μεγάλη απορία. Ήξερε ο Baz Luhrmann ακριβώς τι θεματολογίας ήθελε να είναι η ταινία του; Αν όχι, γιατί δεν μελετούσε το θέμα λίγο παραπάνω ώστε να καταλήξει σε μια σαφή και μελετημένη απόφαση; Αν ναι, γιατί δεν μας το έδωσε και σε μας να το καταλάβουμε; Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί, ναι μεν το “Australia” είναι ένα εντυπωσιακό, οπτικό υπερθέαμα όμως, ως σύνολο καταντάει κουραστικό γιατί, κατά την διάρκεια της εξέλιξης των γεγονότων που παρακολουθούμε, μοιάζει σαν να ψάχνει ν’ ανακαλύψει την ταυτότητά του.

Ο Luhrmann επέστρεψε για μια ακόμη φορά στην πατρίδα του, την Αυστραλία, γυρίζοντας μια ταινία η οποία είναι εξ’ ολοκλήρου αφιερωμένη σε εκείνην και την ιστορία της. Με μια αρκετά ευαίσθητη ματιά και μια, αρκετά ρεαλιστική παρουσίαση των γεγονότων που καθόρισαν την πορεία της ηπείρου, μας συστήνει την άγρια αλλά ταυτόχρονα όμορφη Αυστραλία. Μια Αυστραλία όπου ο καθένας προσπαθεί να κάνει το καλύτερο που μπορεί ώστε να επιβιώσει, ίσως και να ξεχωρίσει ανάμεσα σε ένα αρχοντικό μονοπώλιο, μέσα σε ένα γενικότερο ρατσιστικό κλίμα που πολεμούσε τις ίδιες τις γενιές που οι λευκοί άφηναν πίσω τους.

Σε μια εποχή που οι επικές ταινίες δεν έχουν την αίγλη των παλαιότερων, ο αγαπημένος κατά τ’ άλλα σκηνοθέτης, επιχειρεί να επαναφέρει το κλίμα και την αισθητική μιας πεπαλαιωμένης εποχής. Θα μπορούσε να αποδώσει αν όμως το είχε εκμεταλλευτεί κατάλληλα. Δυστυχώς, όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα πλάνα μιας, άγνωστης σε μας ηπείρου, χαρακτηρίζονται από μια σύγχρονη αισθητική απεικόνιση που στερείται της νοσταλγίας των ταινιών που θα ήθελε στην πραγματικότητα να πλησιάσει. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την μουσική που συνοδεύει την εικόνα.

Το μεγάλο σφάλμα όμως της ταινίας, εντοπίζεται στο σενάριο το οποίο, είναι αδύναμο, μπερδεμένο και με τεράστια κενά. Προσπαθώντας να καλύψει μια μεγάλη έκταση γεγονότων, μηνυμάτων αλλά και συναισθημάτων, καταλήγει να μας παρουσιάσει μια ιστορία που βρίθει από δηθενισμούς. Τα πάντα προσεγγίζονται τόσο επιφανειακά που μοιάζει αδύνατον να σε συγκινήσει και να σε παρασύρει σε μια δίνη εναλλασσόμενων συναισθημάτων. Ίσως τελικά, να έπρεπε να επιλέξει να παίξει σε λιγότερα ταμπλό από αυτά που τελικά άνοιξε.

Ερμηνευτικά ο Hugh Jackman είναι ο μοναδικός, από τους ενήλικες τουλάχιστον, πρωταγωνιστές που μοιάζει να σώζεται καθώς, είναι μετρημένος και συγκρατημένος, ακριβώς όσο χρειάζεται ώστε να μην παρασυρθεί από ηλίθιες επιδειξιμανίες που απορρέουν από την ίδια την φύση του χαρακτήρα που υποδύεται. Το γεγονός δε ότι είναι ιδιαίτερα γοητευτικός και αρρενωπός, του προσθέτει πόντους. Εκτός όμως από τον Hugh, βλέπουμε θετικά τον μικρό Brandon Walters και αυτό υποθέτω πως οφείλεται στην παιδική αθωότητα της ερμηνείας του και όχι στην ικανότητά του.

Δυστυχώς, δεν μπορώ να ισχυριστώ τα ίδια και για την Kidman η οποία με κάνει ώρες-ώρες να απορώ. Η γυναίκα είναι ή του ύψους ή του βάθους. Και για να μην παρεξηγηθώ, όταν είναι του βάθους προφανώς, οφείλεται στο γεγονός ότι η ταινία δεν την γεμίζει ή δεν την εκφράζει. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά όταν καλούμαι να συγκρίνω τις μεγαλειώδης ερμηνείες της σε άλλες ταινίες που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Πώς θα χαρακτήριζα αυτήν εδώ την ερμηνεία; Αδιάφορη και επιτηδευμένη, ακριβώς όπως η συναισθηματική φόρτιση της ταινίας.

Πού είναι το κακό λοιπόν του “Australia”; Ότι όλα τα στοιχεία που το συνθέτουν, τα έχει στον υπερθετικό βαθμό. Τα πάντα είναι πολύ… πολύ δράση και περιπέτεια, πολύς έρωτας, πολύ συγκίνηση, πολύ αγάπη, πολύ κατανόηση, πολύ έντονα κοινωνικά και αντιρατσιστικά μηνύματα. Προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα νέο έπος, ο Luhrmann, αποτυγχάνει να μεταφέρει στην Αυστραλία ένα νέο “Gone With The Wind”, παρουσιάζοντας μια μέτρια ταινία, που παρά το κουραστικό της διάρκειας, παρακολουθείτε ευχάριστα λόγω της φύσης της, και σαφέστατα, την χειρότερη της καριέρας του.
Βαθμολογία 5/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Australia
Είδος: Περιπέτεια
Σκηνοθέτης: Baz Luhrmann
Πρωταγωνιστές: Nicole Kidman, Hugh Jackman, David Wenham, Bryan Brown, Bruce Spence, David Gulpilil, Essie Davis, Jack Thompson, Brandon Walters
Παραγωγή: 2008
Διάρκεια: 165’

Επίσημο site:
http://www.australiamovie.com/

Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

MY SUPER EX-GIRLFRIEND

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Όταν o Matt Saunders συναντά τη Jenny Johnson, νομίζει ότι βρήκε το τέλειο κορίτσι. Εντούτοις, όταν η Jenny αρχίζει να γίνεται πολύ πιεστική και ζηλιάρα, ο Matt αποφασίζει να χωρίσει μαζί της.
Η Jenny δεν το παίρνει καλά και αποφασίζει να τον εκδικηθεί χρησιμοποιώντας τις σούπερ δυνάμεις της, καθώς η Jenny έχει υπερφυσικές ιδιότητες.
Στο μεταξύ, ο Matt ερωτεύεται τη συνάδελφό του Hannah, γεγονός που φέρνει την Jenny στα όριά της.

Προσωπική άποψη:
Η αλήθεια είναι πως δεν συνηθίζουμε να βλέπουμε στο κινηματογραφικό πανί ιστορίες με γυναίκες υπερήρωες. Η ιστορία άλλωστε έχει αποδείξει πως καλό είναι να αποφεύγονται προσπάθειες του είδους καθώς, είναι το λιγότερο απαράδεκτες και απογοητευτικές. Όταν όμως ακούς μια σατιρική εκδοχή του πράγματος, λες ότι δεν είναι κακό να δώσεις μια ευκαιρία. Αν αποδώσει καλώς, αν πάλι όχι απλά θα έχεις σπαταλήσει χρόνο και πιθανόν χρήμα.

Προσωπικά χαίρομαι που με την θέαση της συγκεκριμένης ταινίας, το μόνο που σπατάλησα ήταν χρόνος καθώς, έτυχε να την δω στην τηλεοπτική προβολή της. Αν είχα δώσει και λεφτά, το πιθανότερο ήταν να είχα περάσει την τελευταία τριετία κλαίγοντάς τα. Κι ενώ αρχικά σαν ιδέα σου ακούγεται έξυπνη και εμπνευσμένη, καταλήγεις να συμπεράνεις ότι πρόκειται για άλλη μια κλισεδιάρικη και με παντελή έλλειψη πρωτοτυπίας, αισθηματική κομεντί, από αυτές που βγαίνουν σωρηδόν και κατακλύζουν τα ράφια των dvd-clubs.

Όσο κι αν η εικόνα της γυναίκας υπερήρωα που περνάει την κρίση των 30 και έχει προβλήματα με την ερωτική της σχέση μοιάζει δελεαστική, δεν είναι. Η Jenny είναι μία από τόσες και τόσες μικροαστές γυναίκες της Νέας Υόρκης και απλά τυγχάνει να είναι το γελοίο alter ego του Superman. Ναι, καλά διαβάζετε αφού, υπάρχει ακριβώς η ίδια φιλοσοφία γύρω από την ύπαρξη και την δράση της. Πετάει, έχει ακτίνες στα μάτια, έχει υπερφυσική σωματική δύναμη κι έχει έναν κακό στο κατόπι της που με μια παράξενη πέτρα μπορεί να την καταστρέψει. Μπορεί να μην είναι κρυπτονίτης η πέτρα και ο Luther του “Superman” να μην ήθελε να τον πιάσει γκόμενο όμως, η κεντρική ιδέα δεν αλλάζει στο ελάχιστο.

Ο Ivan Reitman, μπορεί την δεκαετία του ’80 να γνώρισε μεγάλες δόξες με το “Ghostbusters” όμως, εκείνες οι εποχές έχουν περάσει, γι’ αυτόν τουλάχιστον, ανεπίστρεπτη. Αν δεν μπορείς να συμβαδίσεις με την εποχή σου, καλό είναι να σταματάς τις προσπάθειες. Ο Reitman φαίνεται όμως πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το αντιληφθεί, κάνοντάς με να αναρωτιέμαι. Είναι χειρότερες οι ταινίες που σκηνοθετεί ή αυτές που επιλέγει να είναι παραγωγός; Χμ… δύσκολο να απαντήσεις, είναι μεγάλο το δίλλημα και δελεαστικό ώστε να επιλέξεις με ευκολία.

Η Thurman δεν επιλέγει για πρώτη φορά να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία χαμηλών προδιαγραφών, πολλή κατώτερη σε σχέση με αυτά που θα μπορούσε να επιλέξει και που θα είχε την δυνατότητα να παίξει. Όμως δεν καταλαβαίνω την επιλογή της αυτή, όσο κι αν το παρουσιαστικό της θα ταίριαζε πραγματικά στο G-Girl. Όσο για τον Luke Wilson, επίσης με κάνει και απορώ. Ενώ κατά περιόδους προσπαθεί πολύ σκληρά, κι ενίοτε τα καταφέρνει, να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να συμμετέχει σε σαχλοταινίες, όλο επιστρέφει στα μονοπάτια που τον γνωρίσαμε.

Για να μην λέω πολλά και μακρηγορώ, η ταινία αυτή είναι από τα πιο ηλίθιες που έχω δει, όχι μόνο το τελευταίο διάστημα αλλά και σε ολόκληρη την ζωή μου. Υπάρχουν δύο ίσως και τρεις στιγμές που μπορεί να γελάσετε όμως, δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση στο αστείο του πράγματα αλλά, στο γελοίο που σε φέρνει στα όριά σου φωνάζοντας έλεος. Έλα όμως που όσο και να το φωνάζεις δεν έρχεται.
Βαθμολογία 2/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: My Super Ex-Girlfriend
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθέτης: Ivan Reitman
Πρωταγωνιστές: Uma Thurman, Luke Wilson, Anna Faris, Rainn Wilson, Eddie Izzard, Stelio Savante, Mike Iorio, Mark Consuelos
Παραγωγή: 2006
Διάρκεια: 95’

Επίσημο site:
http://www.mysuperex.com/


Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΥ - DORIAN GRAY

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο Dorian Gray, ένας άπληστος και ματαιόδοξος νεαρός άντρας, πουλάει τη ψυχή του στο διάβολο ζητώντας για αντάλλαγμα την αιώνια νεότητα.
Τα χρόνια περνούν κι εκείνος μένει αναλλοίωτος ζώντας μια κολασμένη ζωή όμως το πορτρέτο του φέρει τα σημάδια του χρόνου.
Όταν θα αποφασίσει ν’ αλλάξει ζωή, συνειδητοποιεί τα τραγικά πράγματα που έχει κάνει στην ζωή κια πως οι επιλογές και οι πράξεις μας έχουν συνέπειες.

Προσωπική άποψη:
Αν έχετε ποτέ σας αναρωτηθεί έως ποιου σημείου μπορεί να φτάσει η κακοποίηση ενός κοσμήματος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, κατά την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη, νομίζω πως η εν λόγω παραγωγή, θα απαντήσει σε κάθε σας ερώτηση και θα σας λύσει κάθε απορία. Γιατί χωρίς να έχω δει τις προηγούμενες κινηματογραφικές απόπειρες μεταφοράς του αριστουργήματος του Oscar Wilde ώστε να έχω μέτρο σύγκρισης, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως η συγκεκριμένη, είναι από τις πιο λεπροειδής που θα μπορούσε να υπάρξει.

Η μεγαλοειδής ιστορία του Wilde βασίζεται πάνω σε σημαντικά και θεμελιώδη ερωτήματα για την ανθρώπινη υπόσταση. Τις αδυναμίες του ανθρώπου, την επιρροή που έχουν πάνω του τα πάθη του, τις συνέπειες των πράξεων και πως τι αποδέχεται και κατά πόσο, θα μπορούσε να διαχειριστεί το θέμα της αθανασίας αν είχε την δυνατότητα να την αποκτήσει. Δυστυχώς, ο σεναριογράφος φαίνεται πως είδε από μια πολλή διαφορετική οπτική σκοπιά το θέμα, κατακρεουργώντας ένα άψογο λογοτεχνικό κείμενο, μεταφέροντάς το παραποιημένο στον χείριστο βαθμό, πασπαλίζοντάς το με μερικά από τα πιο ενδιαφέροντά του αποφθέγματα για να ρίξει στάχτη στα μάτια.

Δεν ξέρω αν οι προθέσεις του σεναριογράφου και του σκηνοθέτη ήταν να απλουστεύσουν την ιστοσία όσο περισσότερο μπορούσαν για να γίνει κατανοητή ακόμα και από τον πιο αφελή θεατή όμως κατέληξαν τελικά, όχι μόνο να υποβιβάσουν την νοημοσύνη όσων έχουν διαβάσει και λατρέψει το λογοτεχνικό κομψοτέχνημα του Wilde αλλά, και όλων εκείνων που περίμεναν να παρακολουθήσουν μια ψαγμένη ταινία περί αθανασίας και επιπτώσεων όταν συμφωνείς με τον διάολο. Ο τελευταίος, εμφανίζεται απλά για να μας πάρει και να μας σηκώσει.

Ο χαρακτήρας του Dorian γίνεται θύμα, όχι των προσωπικών του επιλογών και παθών, αλλά ενός δημιουργού που θεώρησε ότι, ο καλύτερος τρόπος να τον παρουσιάσει ήταν ως ένα βασανισμένο παιδί, στερημένο από οικογένεια που παρασύρθηκε από τα μαθήματα μιας υποτιθέμενης πατρικής φιγούρας. Που επέλεξε την αθανασία και την μην αλλοίωση του όμορφου προσώπου του μόνο και μόνο για να μπορεί να επιδίδεται σε παραισθησιογόνα και σεξουαλικά όργια. Αυτό είναι λοιπόν η ιστορία του Dorian; Αν συγκαλλυμένο πορνό ιστορικών διαστάσεων; Δεν νομίζω!

Δεν μπορώ νε εξηγήσω, πολύ περισσότερο μετά από αυτή την ταινία, την εμμονή του Oliver Parker να παραστήσει τον σκηνοθέτη. Μπορεί να είχε ένα άθλιο σενάριο στα χέρια του αλλά από ‘κει κι έπειτα, το βάρος της οπτικής κατάντιας πέφτει πάνω του. Μπορεί ως εικόνα το Λονδίνο της εποχής να αναπαριστάται άρτια όμως, όταν η κάμερα καλείται να εστιάσει σε αυτά που πραγματικά έχουν σημασία πίσω από τις κλειστές του πόρτες, εκείνη επιλέγει την σαχλή, ερωτική αμπελοφιλοσοφία, κάτω από την οποία υποβόσκει το θριλερικό στοιχείο, για να μας οδηγήσει σε ένα συναισθηματικό και διανοητικό αδιέξοδο.

Η γλυκανάλατη φατσούλα του Ben Barnes, μπορεί να βγάζει κάτι το αθώο όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό αυτό για να καλυφθούν οι ερμηνευτικές του αδυναμίες που δεν είναι λίγες και δυστυχώς, δεν κρύβονται. Οι λοιποί πρωταγωνιστές αποδίδουν εξαιρετικά στους ρόλους τους, με βάση το σενάριο πάντα που έχουν στα χέρια τους, με τον Firth να ξεχωρίζει όμως, αυτό δεν είναι αρκετό από μόνο του για να σωθεί η κατάσταση.

Μια ακαδημαϊκά γυρισμένη ταινία βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του οποίου τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν γνωρίζουν σύνορα. Όχι τουλάχιστον από την πένα του Wilde. Γιατί την κινηματογραφική της προσέγγιση, όλα γυρίζουν γύρω από τις σαρκικές απολαύσεις. Έτσι το σώμα χορταίνει όμως ο νους μένει κενός και άπραγος, ανίκανος να σκεφτεί και να νιώσει. Αν δεν υπήρχε ο Firth και η ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση, πιθανότατα η ταινία θα με είχε κάνει να βάλω τα κλάμματα από την απελπισία μου. Θέλετε μια συμβουλή; Επιλέξτε την ανάγνωση και νιώστε το πραγματικό μεγαλείο της ιστορίας αυτής.
Βαθμολογία 3/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Το Πορτρέτο Του Ντόριαν Γκρέυ
Είδος: Εποχής
Σκηνοθέτης: Oliver Parker
Πρωταγωνιστής: Ben Barnes, Colin Firth, Rebecca Hall, Rachel Hurd-Wood, Emilia Fox, Fiona Shaw, Ben Chaplin, Douglas Henshall, Caroline Goodall
Παραγωγή: 2009
Διάρκεια: 112’

Σχετικά sites που αξίζουν τον κόπο:
http://www.imdb.com/title/tt1235124/
http://en.wikipedia.org/wiki/Dorian_Gray_(2009_film)

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΥ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Η συγκλονιστική ιστορία του ηδονοθήρα Ντόριαν, ο οποίος, συνεπαρμένος από το εξαιρετικά όμορφο πορτρέτο που του φιλοτεχνεί ο ζωγράφος Μπάζιλ Χόλγορτ, πουλάει την ψυχή του στον διάβολο με αντάλλαγμα την αιώνια νεότητα και το αιώνιο κάλλος.
Υπό την επιρροή του φίλου του, του λόρδου Χάρρυ Γουότον, ο Ντόριαν θα παραδοθεί σε έναν ακόλαστο τρόπο ζωής, τον οποίο κρατά κρυφό από την υψηλή κοινωνία, στα μάτια της οποίας παραμένει ένας τζέντλεμαν.
Σε αντίθεση με το άψογο παρουσιαστικό του, το πορτρέτο φέρει τα σημάδια της φθοράς του.

Προσωπική άποψη:
Αν μου ζητούσε κανείς να του αναφέρω ένα βιβλίο που με έκανε να αγαπήσω την λογοτεχνία και την ανάγνωσή της, σίγουρα ο Oscar Wilde και το “Πορτρέτο Του Ντόριαν Γκρέυ” θα είχαν την πρώτη θέση στο μυαλό, όπως και στην καρδιά μου. Γιατί μερικά βιβλία και μερικούς συγγραφείς τους αγαπάς, όχι γιατί κατάφεραν με το πέρασμα του χρόνου να θεωρούνται κλασσικοί αλλά γιατί, καταφέρνουν, όσες φορές και να τους διαβάζεις, να σου προκαλούν τα ίδια έντονα και πρωτόγνωρα συναισθήματα. Γιατί καταφέρνουν την τόλμη τους να την κάνουν συναίσθημα και την προκλητικότητα θεωρία ζωής.

“Το Πορτρέτο Του Ντόριαν Γκρέυ” είναι ένα ανορθόδοξο δράμα εποχής μέσα από το οποία παρουσιάζονται με προκλητικό τρόπο τα ανθρώπινα πάθη, οι αδυναμίες και οι εμμονές. Όμως, περισσότερο από κάθε τι άλλο, βάλεται η ανθρώπινη ηθική και οι αξίες. Πόσο αθώος μπορεί να μείνει ο άνθρωπος μπροστά στο δέλεαρ της αιώνιας ομορφιάς και νιότης; Πόσο έτοιμος μπορεί να είναι να δεχτεί την αθανασία; Πόσο μπορεί να ζήσει χωρίς ψυχή αφού την έχει θυσιάσει στον βωμό της ακολασίας και της ασυδοσίας; Πολλά τα ερωτήματα, πολλές οι απαντήσεις, περισσότεροι όλων όμως οι προβληματισμοί.

Ο Ντόριαν αποτελεί αρχικά το αψεγάδιαστο δείγμα του νέου ανθρώπου με προοπτικές τόσο μεγάλες, ικανές να φέρουν όλο τον κόσμο στα πόδια του. Δεν έχει μόνο ένα όμορφο και γοητευτικό παρουσιαστικό αλλά και μια καθαρή ψυχή. Μια ψυχή όμως που επιλέγει να θυσιάσει, ορμώμενος από φαιδρά συναισθήματα και ανίερες σκέψεις. Πουλάει την ψυχή του στον διάολο χωρίς να αναλογίζεται ότι η επιλογή του αυτή θα φέρει μαζί της δυσβάσταχτες συνέπειες. Γι’ αυτόν άλλωστε, με βάση τα όσα τον δασκαλέψανε, δεν έχει σημασία τίποτα άλλο παρά το φαίνεσθε. Με την ομορφιά του κι έναν τίτλο ευγενείας, μπορεί να έχει όλο τον κόσμο δικό του, οργανό του, κλεισμένο στην παλάμη του.

Όμως ο Ντόριαν παρασύρεται στην ακολασία. Το φαίνεσθε στον κύκλο του είναι πολύ διαφορεικό από αυτό που κρύβεται κάτω από το αριστοκρατικό, εκλεπτισμένο και ευγενικό προσωπείο του. Και όσο το πρόσωπό του δεν αλλοιώνεται, τόσο αλλοιώνεται η ψυχή του. Τα σημάδια της αλλοίωσης αυτής δεν φαίνονται πάνω στο πρόσωπο και το σώμα του αλλά, στο πορτρέτο του, εκείνο που του έδωσε έναυσμα να πουληθεί με όφελος την αιώνια νιότη. Πόσο όμως βάρος μπορεί να αντέξει η ψυχή ενός ανθρώπου; Πόσο μπορεί να αντέξει ο ίδιος ο άνθρωπος συνειδητοποιώντας το δράμα και την φθορά που εκείνος την καταδίκασε;

Ακόμα και μετά 110 χρόνων από την πρώτη του έκδοση, η ιστορία του Ντόριαν παραμένει μέχρι και σήμερα ένα γοητευτικό παραμμύθι που εξιτάρει τις αισθήσεις και την φαντασία μας. Το ψυχογράφημα του ανθρώπου μπροστά στην αλλοίωση και στον θάνατο. Το σύμβολο της αιώνιας νιότης που παρασύρεται και γίνεται έρμαιο των σαρκικών απολαύσεων χωρίς φραγμούς και κυρίως, χωρίς να ενδιαφέρεται για τις συνέπειες. Ένα μάθημα για το που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος και για το κατά πόσο μπορεί να αντέξει τις συνέπειες των επιλογών του. Ένα μάθημα ζωής που αντέχει μέχρι και σήμερα. Ένα μυθιστόρημα που, παρά τις κατηγορίες των Άγγλων λογοτεχνών της εποχής, παραμένει και αναπαύαται στην αθανασία που ανήκει, ακριβώς όπως είχε πει και ο ίδιος ο συγγραφέας του.
Βαθμολογία 10/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Oscar Wilde
Μεταφραστής: Καρθαίος Κώστας
Εκδόσεις: Πατάκη
Κατηγορία: Ξένη λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2008
Αρ. σελίδων: 368
ISBN: 978-960-16-1920-0

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ - THE WRESTLER

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Τη δεκαετία του '80, ο παλαιστής του κατς Randy Robinson, γνωστός και ως 'Ο Κριός', ήταν στο απόγειο της καριέρας του.
25 χρόνια μετά βρίσκεται παγιδευμένος σ' αυτό το ένα και μοναδικό πράγμα που ξέρει να κάνει που δεν είναι άλλο από το να παλεύει για να βγάζει λεφτά.
Ο Randy αποφασίζει να εγκαταλείψει αυτό το κύκλωμα όταν η καρδιά του αρχίζει να τον προδίδει, και να δώσει μια ευκαιρία στο να αναθερμάνει την σχέση με τη κόρη του αλλά και να διεκδικήσει μια στριπτιζέζ, την Cassidy.

Προσωπική άποψη:
Ορισμένες ταινίες, έχουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν ν’ αξίζουν μια θέση στην λίστα της αιωνιότητας. Κάποιοι ίσως να πιστεύουν ότι “Ο Παλαιστής”, αξίζει να βρίσκεται στην λίστα αυτή. Εγώ πάλι, δεν πιστεύω κάτι τέτοιο και παράλληλα, αναρωτιέμαι. Αν “Ο Παλαιστής” δεν ήταν ταινία του Aronofsky και αν ο Rourke δεν είχε δώσει την πιο συγκλονιστική ερμηνεία της καριέρας του, θα μιλούσαμε με τόσο ένθερμα λόγια γι’ αυτόν, δοξάζοντας την καλλιτεχνική του αξία;

Ο Aronofsky ξέρει πολύ πως να προσεγγίσει το οποιοδήποτε ανθρώπινο δράμα πέσει στα χέρια του. Έτσι κι εδώ, καταφέρνει να εστιάσει στα στοιχεία εκείνα που θα συγκινήσουν ακόμα και τους πιο δύσκολους. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που νιώθεις να οργίζεσαι με τον Randy για να νιώσεις, στιγμές αργότερα, έναν οίκτο και μια λύπη που ξεπερνάει όλα τα υπόλοιπα. Η ζωή είναι σκληρή, ακόμα και με αυτούς που γνώρισαν την αποθέωση και την δόξα και αυτό, είναι ένα σημαντικό στοιχείο πάνω στο οποίο και βασίζεται η ιστορία.

Από ‘κει κι έπειτα οι όποιες προεκτάσεις έχουν να κάνουν με τις προσωπικές επιλογές του ατόμου και που μπορούν να τον οδηγήσουν. Περισσότερο και πάνω απ’ όλα όμως, αν μπορούν να αλλάξουν αυτό που πραγματικά είναι. Το πρόσωπο που ο κάθε άνθρωπος βγάζει προς τα έξω, πολλές φορές, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που κρύβει μέσα του. Είναι απλά, ένα προσωπείο για να καλύψει αυτά που δεν θέλει ή που δεν αντέχει να εξωτερικεύσει. Στο κρυμμένο όμως αυτό πρόσωπο βρίσκονται και οι μεγαλύτερες αδυναμίες μας.

Από τεχνικής άποψης, αν το καλοσκεφτεί κανείς και το επεξεργαστεί λίγο περισσότερο, θα δει πως, ως τελικό αποτέλεσμα δεν θυμίζει τόσο ταινία με τις κλασσικές προδιαγραφές του όρου αλλά, μια κρυφή παρακολούθηση της ζωής του Randy. Μια ζωή που από την κορυφή καταλήγει να βρεθεί στο απόλυτο πάτο και εξαθλίωση κι από ΄κει σε μια προσπάθεια ανασύστασης αυτού που κάθε άνθρωπος θα τολμούσε να αποκαλέσει φυσιολογική ζωή. Όμως ο ίδιος, σαν να μην είναι φτιαγμένος γι’ αυτήν, αλλά για μια άλλη, που το πεπρωμένο της είναι καθορισμένο να καταλήξει σε ένα ένοδξο φινάλε για τον ίδιο, άδοξο για όποιον δεν μπορεί να τον καταλάβει.

Ο Rourke, έχοντας καταστρέψει, εκτός από το πρόσωπό του, μια καριέρα που κάποτε προδιαγραφότανε λαμπρή, αποφάσισε να τιθασεύει το άγριο πνεύμα του και να υποταχτεί σε αυτά που ήθελε ο Aronofsky, με την υπόσχεση πιθανότατα πως θα τον οδηγήσει ξανά στην κορυφή. Και πράγματι τα κατάφερε και ο ένας αλληλοβοήθησε τον άλλον. Ο δε Rourke σήκωσε στις πλάτες του με μια μοναδική ερμηνεία, ταύτιση προφανώς του ήρωα με τον ίδιο του τον εαυτό, ολόκληρη την ταινία κάνοντας όλον τον κόσμο να μιλάει γι’ αυτή και εκείνη, τον αντάμειψε ανοίγοντάς του τον δρόμο για μια νέα καριέρα.

Κατά την άποψή μου, “Ο Παλαιστής”, δεν είναι μια κακή αλλά, μια υπερεκτιμημένη ταινία. Αν είχε κυκλοφορήσει σε κάποια άλλη εποχή που ο κινηματογράφος δεν θα είχε πάρει τον κατήφορο, αν δεν είχε έναν Rourke να τον σηκώσει τις πλάτες του και αν η υποδειγματική σκηνοθεσία του Aronofsky δεν αποτελούσε σημαντικό κριτήριο, ιδιαίτερα για τους θαυμαστές του, τότε πιθανότατα θα ήταν μια ταινία με την οποία δεν θα είχε ασχοληθεί κανείς μας ιδιαίτερα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό όμως, σε προσωπικό πάντα επίπεδο, δεν διαθέτει αυτό που θα την έκανε ξεχωριστή.
Βαθμολογία 6/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Ο Παλαιστής
Είδος: Δραματική
Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky
Πρωταγωνιστές: Mickey Rourke, Marisa Tomei, Evan Rachel Wood, Mark Margolis, Todd Barry
Παραγωγή: 2008
Διάρκεια: 109’

Επίσημο site:
http://www.thewrestlermovie.com/

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

WAITRESS

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Η Jenna είναι έγκυος και τα πράγματα στο γάμο της δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότερα.
Ο σύζυγός της την κακοποιεί, ενώ η ίδια δυσκολεύεται να τον αφήσει καθώς το επάγγελμα της σερβιτόρας δεν την επιτρέπει να επιβιώσει μόνη της.
Μοναδική ελπίδα στη ζωή της, φαίνεται να είναι η γνωριμία της με έναν γοητευτικό άντρα που θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί.

Προσωπική άποψη:
Άλλη μια ιστορία μιας γυναίκας που η ζωή της έχει βρεθεί σε ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί αλλά θέλει να ξεπεράσει. Άλλη μια ιστορία που μας καλεί να την παρακολουθούσε, προσπαθώντας να μας πείσει από την αρχή μέχρι και το τέλος της ότι είναι κάτι το διαφορετικό που αξίζει την προσοχή μας αλλά και την εκτίμησή μας. Παρακολουθώντας λοιπόν το “Waitress” αναρωτιέσαι, πόσες ακόμα παρόμοιες ιστορίες θα ψάξουν διέξοδο αλλά και λύσεις στα προβλήματά τους μέσω της έβοδμης τέχνης και πόσο ακόμα θα πρέπει να τις ανεχόμαστε.

Ο κεντρικός άξονας της ιστορίας είναι η Jenna, μια γυναίκα της αμερικάνικης επαρχίας η οποία εκπροσωπεί μια μερίδα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι παντρεμένη με έναν κόπανο που δεν αντέχει ούτε να βλέπει, πολύ περισσότερο να την αγγίζει. Σαν να μην της έφτανε αυτό την κακοποιεί όμως, το γεγονός της εγκυμοσύνης της σε συνδυασμό με τα πενιχρά έσοδα της δουλειάς της ως σερβιτόρα, δεν της αφήνουν πολλά περιθώρια να δραπετεύσει από μια ζωή στην οποία νιώθει παγιδευμένη. Μοναδική της περιστασιακή διέξοδος, ο γυναικολόγος της με τον οποίο κι ερωτεύονται σφόδρα.

Κάπου εδώ γεννιούνται και οι απορίες μας. Γιατί η Jenna να παντρευτεί με έναν κόπανο σαν τον άντρα της αφού προφανώς, έτσι ήταν από τη γέννα του αφού το γεννετικό υλικό φωνάζει πάνω του; Έστω ότι την πάτησε, γιατί δεν λάμβανε τα μέτρα της ώστε να μην μείνει έγκυος στο παιδί του αφού και μόνο η ιδέα την ανατρίχιαζε; Έστω ότι ήταν ανύμπορη και ανίκανη να αντιδράσει στην μοίρα που η ίδια καταδίκασε τον εαυτό της, όταν ξύπνησε από τον λήθαργο γιατί δεν αντέδρασε δυναμικά ώστε να διεκδικίσει εξ’ αρχής το δικαίωμά της στο όνειρο; Γιατί πολύ απλά στην Jenna, δεν λειτουργεί η κοινή λογική.

Η Adrienne Shelly προσπαθεί να προσεγγίσει το θέμα με όσο μεγαλύτερη γυναικεία ευαισθησία μπορεί. Αυτό όμως που δεν μπορώ να εξηγήσω είναι το πως της γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθεί με την σκηνοθεσία όταν ήδη είχε μια αποτυχημένη προϊστορία ως ηθοποιός. Όταν απέτυχε παταγωδώς στο ένα πως περίμενε να επιτύχει στο άλλο και μάλιστα, με ένα τετρημμένο σενάριο, με μια χιλιοειπωμένη ιστορία, υπό ένα δηθενιστικά διαφορετικό πρίσμα, μοιάζοντας με τηλεοπτικό προϊόν κάκιστης ποιότητας;

Η Keri Russell ως πρωταγωνίστρια της ταινίας δεν είναι κακή όμως, δεν είναι σε θέση να προσφέρει τίποτα περισσότερο από ότι έχει προσφερεί συνολικά στην καριέρα της ως ηθοποιός. Είναι η φυσιογνωμία εκείνη που θα ταίριαζε κάλλιστα σε μια τηλεοπτική σειρά, είναι η γυναίκα εκείνη στο πρόσωπο της οποίας θα μπορούσε να υπάρξει ταύτιση με την Jenna του σεναρίου όμως, είναι τόσο πεζό όλο αυτό που πέρα από συμπαθητική, η παρουσία της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τίποτα παραπάνω.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους Nathan Fillion, Cheryl Hines και Jeremy Sisto που, ναι μεν μπορεί να είναι συμπαθητικοί, αντιπαθητικοί, γλυκούληδες, κατά περίπτωση ο καθένας όμως, εντάσσονται κι αυτοί στην κατηγορία του φτηνού κινηματογραφικό προϊόντος που μοιάζει επηρρεασμένο από τα τηλεοπτικά κατάλοιπα. Με άλλα λόγια, καλό θα ήταν ταινίες σαν κι αυτές να μην τις αναφέρουν στο βιογραφικό τους.

Αν θέλετε απλά να σκοτώσετε την ώρα σας, μπορώ να βρω χιλιάδες άλλους τρόπους να σας προτείνω για να το κάνετε. Σίγουρα όμως, η ταινία αυτή δεν θα αποτελούσε μία από τις επιλογές μου. Βλακώδες σενάριο με μια δόση δήθεν φιλοσοφίας περί σχέσεων και γάμων που βρίσκονται σε αδιέξοδο αλλά και τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και τον τρόπο που την αντιμετωπίζει. Λυπάμαι που θα στεναχωρήσω την Shelly αλλά οι εποχές άλλαξαν και τα πράγματα δεν αποτελούν κοινωνικό φαινόμενο με την διάσταση ή τον τρόπο τον οποίο παρουσιάζονται.
Βαθμολογία 3/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Waitress
Είδος: Κομεντί
Σκηνοθέτης: Adrienne Shelly
Πρωταγωνιστές: Keri Russell, Nathan Fillion, Cheryl Hines, Jeremy Sisto, Andy Griffith
Παραγωγή: 2007
Διάρκεια: 108’

Επίσημο site:
http://www.foxsearchlight.com/waitress/

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

SHERLOCK HOLMES

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Τέλη του 19ου αιώνα και η Μεγάλη Βρετανία απειλείται από τον διαβόητο Λόρδο Blackwood που αναστένεται λίγο καιρό μετά την εκτέλεσή του προκαλώντας χάος.
Ο μόνος ικανός να τον αντιμετωπίσει είναι η νέμεση του, ο τρομερός ντετέκτιβ Sherlock Holmes μαζί με τον πιστό βοηθό του Dr. Watson.

Προσωπική άποψη:
Θα ξεκινήσω λέγοντας πως είχα πολλούς μήνες να δω μια ταινία που να με διασκεδάσει τόσο πολύ. Γιατί ξεκινάω με αυτή την αναφορά; Για να τονίσω ότι η νέα ταινία του Ritchie έχει κατά κύριο λόγο αυτόν τον σκοπό, να μας ψυχαγωγίσει και να μας διασκεδάσει. Αν θέλετε την γνώμη μου, το πετυχαίνει στο έπακρο. Εμπνευσμένος από τα βιβλία του Sir Arthur Conan Doyle, μεταφέρει μια εκμοντερνισμένη οπτική εκδοχή του ήρωα ιδιωτικού ντετέκτιβ που αγαπήθηκε από γεννιές ολόκληρες, συνδυασμένη με τα comic στοιχεία των καιρών μας. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως χάρη σε αυτά οι νέες γεννιές γνωρίζουν τον Holmes.

Όσοι λοιπόν γνωρίζουν τον Holmes κυρίως μέσω της εικονογραφημένης εκδοχής του Lionel Wingram, θα έρθουν αντιμέτωποι με μια ταινία έτοιμη να ικανοποιήσει τα γούστα και τις εικόνες που είχαν στο μυαλό τους, ως προς το οπτικό τουλάχιστον κομμάτι. Όσοι πάλι είναι γνώστες του μέσω των κλασσικών μυθιστορημάτων του Doyle, ίσως να ξενιστούν ως έναν βαθμό όμως σίγουρα, θα καταφέρουν να το χωνέψουν. Για να είμαστε άλλωστε απόλυτα ειλικρινείς, όσο κι αν η εικόνα παραπέμπει στα σύγχρονα μέσα, ως φιγούρα ο Holmes του Ritchie, είναι πολύ πιο κοντά με εκείνον που περιγράφει ο Doyle στις ιστορίες του, παρά με εκείνον που κατά καιρούς έχουμε δει στην μικρή και στην μεγάλη οθόνη.

Ο Ritchie, έπειτα από μεγάλο διάστημα όπου τα επαγγελματικά του βήματα μας έφεραν σε σημείο απελπισίας, επιστρέφει δυναμικά με μια ταινία που εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον χαρακτήρισαν όλα αυτά τα χρόνια ως δημιουργό αλλά, και που έκαναν μεγάλη μερίδα του κοινού να τον αγαπήσει. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, η ταινία σε βάζει κατευθείαν στο θέμα χωρίς περιστορφές, η δράση καταιγιστική αν και με μοντέρνες επιρροές, το κλίμα σκοτεινό και μυστηριώδες και η αναπαράσταση της Βικτωριανής Αγγλίας της ανάπτυξης και της εξέλιξης είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή.

Αν κάτι όμως είναι εντυπωσιακά έξυπνο, αυτό είναι το σενάριο της ταινίας. Ευφάνταστοι κι ευρηματικοί διάλογοι, με ευφυία και χιούμορ. Η λογική του Holmes σε αφήνει άφωνο και η επίλυση των περίπλοκων γρίφων της υπόθεσης μοιάζει τόσο έξυπνη, περίπλοκη αλλά και κατανοητή συνάμα όταν έρχεται η ώρα των εξηγήσεων που πραγματικά εύχεσαι να είχες την ίδια ευστροφία με αυτή του ήρωα. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ενδιαφέρουσα, έως κι εξαιρετική θα τολμούσα να πω, συνιφασμένη με το είδος της περιπέτειας, μουσική του Zimmer, προσφέρουν ένα απολαυστικό αποτέλεσμα.

Ό,τι και να πω για τον Robert Downey Jr. θα είναι απλά πολύ λίγο. Ο άνθρωπος αυτός έχει ένα μοναδικό ταλέντο που παρά τις κρεπάλες στην προσωπική του ζωή, δεν το έχει αφήσει να αλλοιωθεί, πολύ περισσότερο να καταστραφεί. Αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να πει πως με τα χρόνια το εξελίσσε πηγαίνοντάς το ένα βήμα παρακάτω. Πιο ώριμος ίσως από ποτέ, ερμηνεύει με ιδιαιτερότητα έναν ακόμα αντισυμαβτικό και παράξενο χαρακτήρα που μπορεί να λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συστήματος όμως, δεν το κάνει για να το εξυπηρετήσει αλλά, για να βάλει το μυαλό του στην διαδικασία του παιχνιδιού.

Αυτό που ίσως ποτέ μου να μην περίμενα να πω είναι πως, εντυπωσιάστηκα από την ερμηνεία του Jude Law, κάτι το οποίο δεν φροντίζει συχνά να συμβαίνει. Η παρουσία του ως Dr. Watson είναι μετρημένη και απολαυστική και σε μαζί με τον Downey, συνθέτουν το απόλυτο δίδυμο. Η Rachel McAdams είναι μια όντως γοητευτικότατη παρουσία, άξια να παρασύρει τον μεγάλο Holmes στον ιστό της ενώ ο Mark Strong για μια ακόμη φορά στην καριέρα του είναι συνεπής στα καθήκοντα που καλείται να φέρει εις πέρας.

Συνολικά πρόκειται για μια άρτια ταινία από όποια οπτική σκοπιά κι αν την δεις. Η μουσική είναι νευρώδης και περιπετειώδης, τα σκηνικά και τα κοστούμια υπέρ του δέοντος ρεαλιστικά, οι ερμηνείες, ιδιαίτερα από τους δύο κεντρικούς ήρωες, εξαιρετικές. Γενικά είναι μια ταινία που όσο και να μην το θες, θα σε κάνει να διασκεδάσεις, θα σε ψυχαγωγήσει και θα σε γοητεύσει με τους κεντρικούς της χαρακτήρες και την μοναδικότητα με την οποία απεικονίζονται. Το φινάλε αφήνει υπόσχεση για ένα sequel που δεν θ’ αργήσει και προσωπικά, αναμένω την στιγμή αυτή με ενδιαφέρον και κάποια αγωνία.
Βαθμολογία 8/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Sherlock Holmes
Είδος: Περιπέτεια
Σκηνοθέτης: Guy Ritchie
Πρωταγωνιστές: Robert Downey Jr., Jude Law, Rachel McAdams, Mark Strong, James Fox, Kelly Reilly, Eddie Marsan, Hans Matheson
Μουσική: Hans Zimmer
Παραγωγή: 2009
Διάρκεια: 128’

Επίσημο site:
http://sherlock-holmes-movie.warnerbros.com/