Ads 468x60px

Δευτέρα, Μάρτιος 26, 2012

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Σε μια αφιλόξενη Αμερική, όπου κάθε πόλη περιχαρακώνεται με σύνορα προκειμένου να διαφυλαχθεί η υγεία του πληθυσμού, μια φριχτή και ολέθρια νόσος απειλεί να αφανίσει ολόκληρη την ήπειρο. Η χειρότερη επιδημία όλων των εποχών: ο έρωτας.
Η Λένα μετράει τις μέρες αντίστροφα μέχρι την ημερομηνία όπου θα υποβληθεί στη χειρουργική διαδικασία, η οποία θα την καταστήσει απρόσβλητη στη νόσο. Ώσπου ένα τυχαίο γεγονός θα αλλάξει τη ζωή της για πάντα.

Προσωπική άποψη:
Ξέρω πως οι περισσότεροι αναγνώστες του blog οι οποίοι ασχολούνται με την paranormal και fantasy λογοτεχνία, έχουν στα άμεσα σχέδιά τους να διαβάσουν το "Παραλήρημα", αν δεν το έχουν κάνει ήδη και εγώ απλά δεν το γνωρίζω. Όπως και να 'χει, και προς πληροφόρηση εκείνων που θέλουν να κάνουν το μεγάλο βήμα αλλά χρειάζονται λίγη ενθάρρυνση, να σας πληροφορήσω πως εγώ το διάβασα και αν και δεν το περίμενα, έμεινα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Διαβάζοντας μάλιστα τώρα ένα ακόμα βιβλίο της συγγραφέως, χωρίς ακόμα να έχω προχωρήσει όσο χρειάζεται για να έχω σχηματίσει ολοκληρωμένη άποψη,θα τολμούσα να πω πως αυτό το είδος, της ταιριάζει περισσότερο. Θυμίζοντας κάτι από "Ταίρι", με το καθένα να υστερεί ή να υπερτερεί ανάλογα σε διαφορετικά επίπεδα και σημεία, το "Παραλήρημα" μας μεταφέρει σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανθρωπότητα είναι ο έρωτας, η μεγαλύτερη αρρώστια που μπορεί να σε βρει και που πρέπει να αντιμετωπιστεί έγκαιρα έτσι ώστε η κοινωνία να συνεχίζει να λειτουργεί σωστά και αρμονικά.

Η Λένα είναι ένα κορίτσι το οποίο και βρίσκεται πολύ κοντά στην ενηλικίωσή της. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι αποκτά ελευθερίες όπου κάθε έφηβος ονειρεύεται μόλις κλείσει τα 18 του χρόνια αλλά, θα υποβληθεί στην εγχείρηση που τόσο αναμένει και θα την αλλάξει ολοκληρωτικά, αποδιώχνοντας κατά πρώτο και κύριο λόγο τον φόβο με τον οποίο κάθε παιδί γαλουχείται στην κοινωνία την οποία ζει. Τον φόβο της ντελίρια νερβόζα ή γνωστότερη σε μας ως έρωτας. Ναι, η κοινωνία της Λένα θεωρεί πως η μεγαλύτερη πληγή για την ανθρωπότητα υπήρξε ο έρωτας ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια νόσο η οποία και προκαλεί στον κάθε άνθρωπο αδυναμία να σκεφτεί καθαρά ή να ελέγξει τον εαυτό του, κατευθυνόμενος από συναισθήματα που θολώνουν την κρίση και οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις και πράξεις καταστροφικές. Όλα τα παραπάνω υπήρξαν οι αιτίες που κατέληξαν σε μια χειρουργική διαδικασία η οποία, έχει τη δυνατότητα και κάνει απρόσβλητο στη νόσο όποιον προχωρήσει σε αυτήν που όμως, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν τα 18.

Ωστόσο η Λένα έχει έναν ακόμα λόγο πέραν του προφανούς για να θέλει να υποβληθεί στην επέμβαση. Θέλει να αποδείξει στην κοινωνία ότι είναι φυσιολογική και ότι το παρελθόν της δεν την ακολουθεί. Ποιος ο λόγος; Η μητέρα της αυτοκτόνησε όταν ήταν παιδί λίγο πριν υποβληθεί για 4η φορά στην επέμβαση. Η ίδια, είχε προσβληθεί από τη νόσο ωστόσο, όσο και να προσπαθούσαν οι γιατροί να κάνουν κάτι για να την θεραπεύσουν, ήταν αδύνατον. Παράλληλα, η μεγαλύτερη αδερφή της προσβλήθηκε λίγο πριν την δικιά της εγχείρηση από τη νόσο και παρά το γεγονός ότι μετά την επέμβαση εξαφανίστηκε κάθε σύμπτωμα και ζει πλέον με βάσει τους κανόνες που τους επιβάλλονται, ανάμεσα στους οποίους, αν είσαι σε θέση να σπουδάσεις, που θα εργαστείς και με ποιον θα ζευγαρώσεις και θα κάνεις οικογένεια, όχι από ανάγκη αλλά, από υποχρέωση,  το στίγμα δεν παύει να την ακολουθεί και να αυξάνει τις πιθανότητες της πρωταγωνίστριας να πέσει θύμα της οικογενειακής αδυναμίας.

Βέβαια, όπως είναι άλλωστε γνωστό, η ζωή μας καθορίζεται στην πραγματικότητα από πολύ μικρά γεγονότα, από στιγμές τις οποίες δεν περιμένουμε, από συμπτώσεις που τελικά είναι τόσο ισχυρές που μπορούν να καθορίσουν όχι μόνο το παρόν αλλά, τις αποφάσεις εκείνες που οδηγούν στο μέλλον μας. Η καλύτερη φίλη της Λένα αισθάνεται να πνίγεται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή της και από το ότι μεγάλωσαν με προκαθορισμένες συντεταγμένες προκειμένου να καταλήξουν κάπου όπου δεν τους περιμένει καμία απολύτως έκπληξη. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που αρχίζει να κάνει πράγματα επικίνδυνα, έξω από αυτά που προτάσσει το κοινωνικό σύστημα και που μπορεί να την οδηγήσουν σε μπελάδες. Η Λένα αρχικά κρατάει τις αποστάσεις της απ' όλα αυτά όμως σύντομα, χωρίς καν να το καταλάβει, βρίσκεται στο μέσο των εξελίξεων διαπιστώνοντας πως η κοινωνία της ίσως να μην είναι τόσο ιδανική, σωστή και τίμια όπως πίστευε, πως μπορεί να υπάρχουν καλά κρυμμένα μυστικά και βία που δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Πολύ περισσότερο, συνειδητοποιεί πως ακόμα και ο έρωτας ίσως να είναι κάτι περισσότερο από μια νόσος. Ίσως να είναι κάτι στο οποίο αξίζει να χαθείς και η γνωριμία της με τον Άλεξ, ενισχύει αυτό το αίσθημα όλο και περισσότερο.

Όπως ήδη προανέφερα, ίσως σε αρκετούς από εσάς η υπόθεση να θυμίζει το "Ταίρι" και μέχρι ενός σημείου έχετε δίκιο ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο. Η κοινωνία της Λένα φαινομενικά δεν διαφέρει με τη δική μας. Η μελλοντική πραγματικότητά της, στο φαίνεσθαι τουλάχιστον, μοιάζει εξαιρετικά με τον κόσμο του σήμερα, με μοναδική διαφορά ότι τα πάντα ελέγχονται και οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι ανεξάρτητες από το σύστημα, ούτε όσον αφορά τα προσωπικά τους. Ναι μεν καθορίζεται το μέλλον το νέων ως προς τις σπουδές, δουλειά και γάμος αλλά, είναι στο δικό τους χέρι το πως θα εξελιχθούν τα αποτελέσματα. Ακόμα και στην επιλογή συντρόφου, παίζει ρόλο η σειρά προτίμησης των ενδιαφερόμενων, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα έξυπνο τρικ εφησύχασης δίνοντας την αίσθηση στα θύματα του συστήματος πως, έχουν λόγο και άποψη, έστω κι ελεγχόμενη. Παρ' όλα ταύτα, η Oliver δεν έχει καμία πρόθεση να κρύψει, να ωραιοποιήσει ή να κρύψει την πραγματικότητα της κοινωνίας της πίσω από ένα ρομαντικό και ποιητικό υπόβαθρο. Κάτω από την επιφάνεια, όλα είναι βίαια, σκληρά και άγρια και το μόνο που περιμένουν είναι την κατάλληλη ευκαιρία για να ξεσπάσουν.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου τα πράγματα κυλάνε αρκετά βατά ωστόσο, όχι κουραστικά. Σκοπός της συγγραφέως δεν είναι να μας πνίξει αλλά, με έναν σταθερό ρυθμό να μας μεταφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεται να γνωρίζουμε μέχρι να φτάσουμε στο ξέσπασμα της πραγματικότητας που κρύβεται πίσω από την θεωρητικά ελεγχόμενη και οργανωμένη κοινωνία της Λένα. Πέρα από τους φράκτες της πόλης, βρίσκονται οι Ανατροπείς και μαζί με αυτούς, βρίσκεται μια ζωή διαφορετική, μια ζωή κυνηγημένη μεν, ελεύθερη δε κατά έναν παράδοξο τρόπο. Από την στιγμή που αρχίζει τόσο η ίδια, όσο κι εμείς ως αναγνώστες να αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω από το σύστημα και την επέμβαση κρύβονται πολύ περισσότερα απ' όσα πιστεύαμε, τα πράγματα αλλάζουν, ο ρυθμός γίνεται πιο ξέφρενος, η εξέλιξη των γεγονότων σαφώς πιο αγχωτική και πραγματικά οι σελίδες φεύγουν η μία μετά την άλλη, οδηγώντας σε συνεχείς ανατροπές, αποκαλύψεις και σε ένα φινάλε που πραγματικά, σε αφήνει με κομμένη την ανάσα, να αναριγείς και να αγχώνεσαι για την συνέχεια.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Lauren Oliver
Μεταφραστής: Γραμμένου Μαρία
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2012
Αρ. σελίδων: 440
ISBN: 978-960-496-531-1

Σάββατο, Μάρτιος 24, 2012

ΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ

Είναι πολλά χρόνια τώρα που σκέφτομαι να κάνω την συγκεκριμένη ανάρτηση ωστόσο, μέχρι σήμερα κατάφερνα να συγκρατηθώ, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί, δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο θα μπορέσω να διατηρήσω τη συζήτηση σε κόσμια επίπεδα. Παρ' όλα ταύτα, όλο το σύμπαν χθες ήταν σαν να συνωμοτούσε εναντίον της ισχυρής μου θέλησης να πράξω το αντίθετο από το να έρθω εδώ και να εκμεταλλευτώ τον χώρο του blog μου προκειμένου να κράξω μια συγκεκριμένη κατηγορία. Τους δήθεν θολοκουλτουριάρηδες της τέχνης.
Πρώτα απ' όλα, θέλω να ξεκαθαρίσω πως πιστεύω 100% στο δικαίωμα της ελευθερία της έκφρασης. Ο καθένας από εμάς έχει τους δικού του λόγους να του αρέσει ή όχι κάτι, γεγονός απόλυτα κατανοητό και σεβαστό αφού, δεν γίνεται και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, θα ήταν θανατερά τραγικό και βαρετό να συμφωνούμε όλοι σε όλα. Τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχουν έννοιες όπως συζήτηση, αντιπαράθεση, επιχειρήματα και άλλα τέτοια. Όμως... 

1. Από την στιγμή που εγώ δέχομαι το δικαίωμα του καθενός στο να έχει προσωπική άποψη και να την εκφράζει ελεύθερα, όπως ακριβώς κάνω κι εγώ, δεν περιμένω, απαιτώ και από εκείνον να κάνει το ίδιο. Δεν έχω πρόβλημα με το να πει κάποιος, "αυτή η ταινία ή αυτό το βιβλίο ήταν μαλακία", αρκεί να έχει επιχειρήματα να αντιπαραθέσει, έτσι ώστε να δικαιολογήσει την άποψή του. Δεν υπάρχει, αυτό μου αρέσει ή δεν μου αρέσει, έτσι απλά γιατί έτσι μου γουστάρει. Υποβιβάζει όχι μόνο την δική μου νοημοσύνη που κάθομαι και ασχολούμαι με την δική σου άποψη, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καν αλλά, πάνω απ' όλα την δική σου.

2. Έστω ότι έχεις και άποψη και επιχειρήματα να την στηρίξεις. Το δέχομαι και το σέβομαι στον απόλυτο βαθμό ή μάλλον, κάνω όλα τα προηγούμενα με προϋποθέσεις. Επειδή εμένα μου αρέσει ή δεν μου αρέσει κάτι, δεν μπορώ αυτομάτως να υποβιβάζω όλους εκείνους που βρίσκονται στο αντίπαλο στρατόπεδο. Επειδή κάτι μου αρέσει, δεν είναι ηλίθιοι, ανίδεοι και αστοιχείωτοι όλοι όσοι δεν ασπάζονται την γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για εκείνα που δεν μου αρέσουν. Επειδή δεν μου αρέσουν εμένα, δεν σημαίνει ότι όσοι τα γουστάρουν είναι κάφροι, ανώριμοι και ανεγκέφαλοι κόπανοι που αντιλαμβάνονται την τέχνη ως αυνανισμό της διανόησης. Ok, μπορώ να δεχτώ ότι ταινίες σαν το "Date Movie" είναι αντικειμενικά για άτομα με χαμηλό I.Q. αλλά... είναι το "Date Movie" γαμώ το κέρατό μου γαμώ...

3. Το να το παίζεις διανοούμενος και μορφωμένος, δεν σημαίνει ότι είσαι κι όλας ή ότι δεν είναι διανοούμενοι και μορφωμένοι όσοι διαφωνούν μαζί σου. Θα φέρω σαν παράδειγμα του "Αγώνες Πείνας" μιας και είναι στην επικαιρότητα. Όταν διαβάζω σχόλια του τύπου, "Η κυρία Collins έχει ιδέα από ανθρωπολογία; Προφανώς και όχι αφού μπορούν οι ήρωές της να πουλάνε αισθήματα και έρωτες ενώ την ίδια ώρα δέχονται ένα 13χρονο να σφάζεται από ένα 17χρονο" ή "Δεν το έχω διαβάσει και φυσικά δεν σκοπεύω να το κάνω γιατί αν θέλω σοβαρή λογοτεχνία που θα με προβληματίσει θα επιλέξω οτιδήποτε με μεγάλο και κουλτουρέ τίτλο που θα συνδέεται με σπουδές στο πανεπιστήμιο του Harvard". Ρε καραμήτρο... έστω ότι δεν θες να το διαβάσεις και καλά κάνεις γιατί και να το έκανες, είτε δεν θα το καταλάβαινες είτε δεν θα το παραδεχόσουν ακόμα και αν σου άρεσε. Δεν μπορείς όμως να βγαίνεις και να κάνεις τέτοια ειρωνικά σχόλια, υποβιβάζοντας εκείνη την στιγμή όλους όσους είδαν την ταινία και τους άρεσε ή ακόμα χειρότερα, τόλμησαν να διαβάσουν τα βιβλία για να πουλήσουν δήθεν διανόηση. Θα σου επισημάνω τα παρακάτω φίλε κουλτουριάρη κριτικέ:
- Η έννοια της διανόησης, μπορεί να στηρίζεται σε κάποιες βασικές και μη μεταβαλλόμενες βάσεις ωστόσο, δεν μπορείς να αρνηθείς το γεγονός ότι με τα χρόνια αλλάζει, όπως και κάθε τι γύρω μας. Άλλη η αισθητική, τα προβλήματα, οι κοινωνικές συμβάσεις, τα ηθικά και κοινωνικοπολιτικά μηνύματα στο 1800 και άλλα στο σήμερα. Είναι σαν να συγκρίνω τις φακές με το παστίτσιο ή τον Ντοστογιέφσκι με την Meyer. Μερικά πράγματα απλά δεν συγκρίνονται και τα γούστα η αισθητική και τα ζητούμενα αλλάζουν με βάσει τι επιτάσσει η εποχή. Δεν καταργώ την κλασσική τέχνη αλλά, δεν υποβιβάζω την ίδια στιγμή τη δύναμη της σύγχρονης τέχνης.
- Όχι... δεν ασχολούνται με την paranormal τέχνη, είτε μιλάμε για βιβλίο είτε για ταινίες, μόνο 15χρονα κοριτσάκια που βρίσκονται στην πρώτη περίοδο, ούτε αγοράκια της ίδιας ηλικίας που επειδή δεν έχουν μάθει ακόμα σε τι ακριβώς χρησιμεύει αυτό που έχουν στο παντελόνι τους, τρέχουν να δουν και να υποστηρίξουν οποιοδήποτε blockbuster βγαίνει στις αίθουσες. Θα ήθελα να σας πληροφορήσω πως, πέραν του "Twilight" που ναι, είναι για να σοροπιάζουμε και να σκεφτόμαστε τον Edward στο κρεβάτι μας, υπάρχουν paranormal και fantasy βιβλία και ταινίες που έχουν πολύ περισσότερα να πουν από κάθε θολοκουλτουριάρικη παπαριά που θα εκθειάσετε, βλέπε π.χ. "Άρχοντα Των Δαχτυλιδιών". 
- Και όσον αφορά τους "Αγώνες"... ναι, μπορούν δύο παιδιά να πουλάνε έρωτες κι αγάπες και την ίδια ώρα να δέχονται το ξεκοίλιασμα ενός 13χρονου από ένα 17χρονο για τους εξής λόγους. Ο ερωτισμός και το sex, συνδέονται πολλάκις με την βία και την λίμπιντο που αυτή προκαλεί. Δεν είδα να σε ενόχλησε σε άλλες ταινίες που κάποιοι παπάρες δόξασαν στις Κάνες. Και ναι, μπορούν να κάτσουν να σφαγιαστούν γιατί μιλάμε για το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Εκτός από τα καυλωμένα παιδάκια της Περιοχής 1 και 2, δεν είδα κανένα άλλο να το απολαμβάνει. Απλά έκαναν αυτό που χρειαζόταν προκειμένου να επιβιώσουν, το ίδιο που θα έκανες κι εσύ παπαροβιόλη αν σε πέταγαν σε μια αρένα όπου 23 άλλοι θα σε κυνήγαγαν να σου κάνουν το εντόσθια κοκορέτσι για το Πάσχα.

4. Για να μην με λες άδικη, θα κράξω και τον δήθεν θεατή, ξεκινώντας από αυτόν που διαφωνεί με την κεντρική ιδέα μιας ταινίας και μετά την κράζει. Sorry φίλε αλλά, δεν ήξερες τι θα πας να δεις; Μη μου πεις ότι σε απήγαγαν εξωγήινοι, σε φίμωσαν και σε έσυραν στο σινεμά να δεις μια ταινία της οποίας το θέμα σιχαινόσουν γιατί δεν θα σε πιστέψω. Όταν επιλέγουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο, να δούμε μια ταινία ή ακόμα και μια θεατρική παράσταση, υποτίθεται ότι γνωρίζουμε το κεντρικό story γιατί στην τελική, θα δώσεις λεφτά που θα μπορούσες να τα χαραμίσεις σε κάτι που θα σε ευχαριστούσε περισσότερο. Με τρελαίνει η φράση, "είναι εμπορική". Τι περίμενες να είναι δηλαδή ρε βλάκα π.χ. "Οι Πειρατές Της Καραϊβικής"; Όταν δηλαδή είπες, "α, ωραία, θα πάω να την δω", τι ακριβώς περίμενες; Μια εκμοντερνισμένη μεν, κουλτουριάρικη δε εκδοχή ταινιών του Κισκλόφσκι με πρωταγωνιστή τον Depp; Δε νομίζω! Ή το άλλο, το κλασσικό... "Το American Beauty, ήταν μια δηθενιστική αμερικανιά"... ok, σε έναν βαθμό να συμφωνήσω αλλά... όταν βλέπεις ότι μια ταινία περιέχει στον τίτλο οποιαδήποτε παραλλαγή της λέξης, Αμερική, τι ακριβώς περίμενες και γιατί εκπλήσσεσαι;

5. Γιατί ρε παιδιά; Γιατί το κάνετε αυτό; Ναι, σε 'σας απευθύνομαι, που πάτε να δείτε μια ταινία η οποία βασίζεται σε βιβλίο, το οποίο το έχετε διαβάσει και πάτε στο σινεμά κρατώντας το αντίτυπο στο χέρι, ξεφυλλίζοντας μάλιστα με ύφος σοφιστικέ τις σελίδες όσο περιμένεις να κράξει η κότα των  Village από τα μεγάφωνα ότι μπορείς να περάσεις στην αίθουσα. Εντάξει, το εμπεδώσαμε, διαβάζεις, είσαι ενημερωμένος, ψαγμένος και κουλ. Τώρα σε παρακαλώ κρύψε το βιβλίο γιατί θέλω να κάνω εμετό στα μούτρα σου. Α... και κάτι ακόμα! Δεν είναι ανάγκη όταν τελειώσει η ταινία να φωνάζεις στην παρέα σου την άποψή σου. Ξέρεις και πάλι πολύ καλά για πιο πράγμα μιλάω. Μιλάς στους φίλους σου λες και βρίσκονται πέντε τετράγωνα μακριά, μόνο και μόνο για να σε ακούσει όλη η αίθουσα και να επιβεβαιώσεις για μια ακόμα φορά ότι φέρεις τους χαρακτηρισμούς που ανέφερα παραπάνω. Ok είπαμε, το καταλάβαμε... το έχεις διαβάσει και φυσικά δεν είσαι καθόλου ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα γιατί πάντα το βιβλίο είναι καλύτερο. Δεν θα διαφωνήσω ιδιαίτερα σε αυτό... Ναι, είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές τα βιβλία κατακρεουργούνται στη μεγάλη οθόνη αλλά προφανώς, ο παραγωγός, ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος, είχαν διαφορετική από σένα προσέγγιση και στην τελική, κανείς δεν μπορεί να πει ποια απ' όλες είναι η λάθος. Οπότε, βγάλε το σκασμό, περίμενε να αράξεις με τους φίλους και μοιράσου μαζί τους, τους όποιους προβληματισμούς, εντάσεις και διαφωνίες έχεις πάνω στην ανάπτυξη της ταινίας.

Ναι... υπάρχουν ορισμένες ταινίες που σε κάνουν να βαριέσαι μέχρι ναρκοληψίας, να θες να κόψεις τις φλέβες σου με ξυράφι, να τις περιλούσεις με οινόπνευμα και να βάλεις φωτιά, να θες να χώσεις το κεφάλι σου στο φούρνο και να τον ανοίξεις τέρμα, να κρεμαστείς από τον σωλήνα που κρεμάς την κουρτίνα του μπάνιου, να θες να κάνεις εμετό από κάθε πόρο του σώματός σου αλλά...
Υπάρχουν κι εκείνοι που για τις ίδιες ταινίες που αισθάνεσαι εσύ σιχαμάρα, εκείνοι νιώθουν βαθιά αγάπη. Μπορεί να σου φαίνεται παράξενο αλλά, έτσι ήταν, έτσι είναι κι έτσι θα 'ναι. Σκέψου ότι αντίστοιχα συναισθήματα έχουν κάποιοι για τις ταινίες που εσύ πεθαίνεις, με την καλή έννοια, κάθε φορά που τις βλέπεις και ενθουσιάζεται μέχρι αηδίας, ακόμα κι αν μιλάμε για την 1387 θέασή τους.

Επιπλέον, μια σημείωση, κυρίως για τον αντρικό πληθυσμό. Δεν είναι ντροπή να παραδεχθείς ότι μια ταινία σε συγκίνησε. Υπάρχουν ορισμένες παραγωγές που ακόμα κι αν είσαι ένα εγωπαθές, εγωκεντρικό και άχρηστο καθίκι δεν μπορεί... ακόμα κι αν δεν θελήσεις να βάλεις τα κλάματα, μια κάποια συγκίνηση θα την αισθανθείς, θα νιώσεις κάτι να σαλεύει μέσα σου. Μην ανησυχείς... με το να το παραδεχτείς κανείς δεν θα σε πει φλώρο, κόπανο ή αδερφή! Ξέρεις... δεν είναι ανάγκη να είσαι σπυριάρης, γυαλαμπούκας στα 17 ή ντυμένος με λαμέ, ροζ στολή με στρας για να μπορούν οι αδένες σου να αισθανθούν το γαργάλημα της ευαισθησίας. Με το να την καταπνίξεις, κινδυνεύεις από χειρότερους χαρακτηρισμούς από τους παραπάνω, ειδικά όταν θάβεις κάτι, μόνο και μόνο γιατί ήταν δήθεν μου τάχα γλυκανάλατο. Και πάλι ήξερες τι θα δεις, όταν έβαλες το dvd του "Όταν Ένας Άντρας Αγαπάει Μια Γυναίκα".

Δεν ξέρω αν μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπάρχει καλή και κακή τέχνη. Προσωπικά πιστεύω πως υπάρχουν διαφορετικές μορφές και τρόποι έκφρασής της. Κάποιους από αυτούς μπορούμε να τους αποδεχτούμε γιατί μας αρέσουν ή ταιριάζουν στα χνώτα μας και άλλους όχι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ακυρώνουμε ότι δεν μας αρέσει. Πολύ περισσότερο, δεν έχουμε δικαίωμα να κράζουμε, να μειώνουμε και να παρουσιάζουμε ως κατώτερα είδη του ανθρωπίνου γένους εκείνους που έχουν διαφορετική άποψη από εμάς. Είναι απλά διαφορετική, όχι λάθος! Ποιος σου είπε ότι η δική σου άποψη είναι σωστή και όλοι οι υπόλοιποι είναι ηλίθιοι; 
Ωραία, δέχομαι να κράξεις έναν συντελεστή μιας παραγωγής ή οποιονδήποτε καλλιτέχνη δημιουργεί κάτι που δεν σου αρέσει. Από την στιγμή που έχει επιλέξει ένα επάγγελμα με το οποίο εκθέτει τον εαυτό και την τέχνη του στο εκάστοτε κοινό, πρέπει να περιμένει κάθε θετική ή αρνητική αντιμετώπιση. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με τους θαυμαστές του ή τους πολέμιούς του. Σε όποιο στρατόπεδο κι αν ανήκεις, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να κάνεις προσωπική επίθεση στο κοινό, τους fans, τους θαυμαστές, πες τους όπως σκατά θες! 
Και όχι, η ηλικία δεν παίζει κανένα ρόλο! Δεν σημαίνει πως όσοι είναι άνω των 30-40 αυτόματα γίνονται διανοούμενοι ή διάνοιες, ούτε ότι όσοι είναι κάτω των 25 είναι εγκεφαλικά κατεστραμμένοι και καθυστερημένοι, περιμένοντας τη μέρα που η καλή τους νεράιδα θα τους μεταμορφώσει από ανεγκέφαλα βόδια που ακολουθούν τις μόδες σαν κοπάδια, σε Ντοστογιεφστικούς συντρόφους της Ρωσικής λογοτεχνίας. Η μόρφωση δεν έχει να κάνει με το πως αντιμετωπίζεις την τέχνη. Είναι θέμα αισθητικής, προσωπικής αντίληψης και γούστου, του τι σε ικανοποιεί και σε κάνει να αισθάνεσαι ευχαριστημένος και ολοκληρωμένος.
Σταματήστε λοιπόν φίλοι κουλτουριάρηδες να κρίνεται τους άλλους από τα ηλικιά target group που ανήκουν γιατί δεν ξέρω αν το μάθατε... δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, όσο κι αν προσπαθείτε να μας πείσετε για το αντίθετο. Α... και κάτι τελευταίο! Δεν ξέρω ποιος σας είπε ότι πρέπει να κρίνουμε την τέχνη με το μυαλό και όχι με την καρδιά. Μάλλον αυτοί που σας κόβουν του μισθούς. Όχι φίλοι μου, δεν ισχύει αυτό. Σκοπός της τέχνης είναι να μιλήσει πάνω απ' όλα στην καρδιά κάθε ανθρώπου, ακόμα και στην πιο ευτελή μορφή της. Το μυαλό έπεται και στην μάχη ανάμεσα σε αυτά τα δύο, η καρδιά κερδίζει πάντα. Για σκεφτείτε το...

Παρασκευή, Μάρτιος 23, 2012

ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΜΕΝΗ ΠΟΛΗ - CITY OF EMBER

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Εδώ και πολλά χρόνια, οι κάτοικοι της πόλης Ember ευδοκιμούσαν μέσα σε έναν λαμπερό κόσμο χιλιάδων φωτών.
Όταν όμως η ισχυρή γεννήτρια της πόλης αρχίσει να εξασθενεί και οι λάμπες που φώτιζαν την πόλη άρχισαν να τρεμοπαίζουν, δύο έφηβοι θα προσπαθήσουν να λύσουν το μυστήριο γύρω από την ύπαρξη αυτής της πόλης το συντομότερο δυνατό, ώστε να βοηθήσουν τους πολίτες να ξεφύγουν πριν σβήσουν τα φώτα για πάντα.


Προσωπική άποψη:

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Jeanne Duprau, το "City Of Ember" είναι συγκρατημένη δυστοπική ταινία φαντασίας η οποία, όπως και το ίδιο το βιβλίο άλλωστε, παρουσιάζει την ζωή σε μα υπόγεια πολιτεία όπου όχι μόνο δεν υπάρχει επαφή με τον έξω κόσμο αλλά, αμφισβητείται βάσιμα ακόμα και η ύπαρξή του. Όποιος πολίτης της Ember υπήρξε στο παρελθόν αρκετά τολμηρός για να αναζητήσει κάποια διέξοδο προς το φως, προς έναν άλλο κόσμο, είτε δεν κατάφερε να γυρίσει ποτέ, είτε επέστρεψε αλλά σε μια τέτοια κατάσταση η οποία όπως ίσως ήταν αναμενόμενο, δεν θα μπορούσε ποτέ να του επιτρέψει να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά ανάμεσα στους υπόλοιπους συμπολίτες του που δεν θα τολμούσαν ποτέ να αψηφήσουν τους νόμους και τις συνήθειες της πολιτείας τους, παρά τις όποιες ανασφάλειες φέρνει μαζί του το πέρασμα του χρόνου. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για την θλιβερή πλειοψηφία.

Δύο νεαρά παιδιά, που μόλις έχουν λάβει το χρίσμα της ενηλικίωσης σύμφωνα με τους νόμους της Ember, ακολουθούν την πορεία που ουσιαστικά κληρονόμησαν από τους προγόνους τους ωστόσο, βαθιά μέσα τους υπάρχει μια ισχυρή ανησυχία που όλο και μεγαλώνει. Όσο κι αν ο δήμαρχος της Ember προσπαθεί να καθησυχάσει τους κατοίκους της πως όλα βαίνουν καλώς και φυσιολογικά παρά τα όποια περιστασιακά τεχνικά προβλήματα, τα δύο αυτά παιδιά, έχουν βαθιά μέσα τους την πεποίθηση και μια μυστικιστική γνώση του ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Τα black-out που άλλοτε αποτελούσαν σπάνιο φαινόμενο, όλο και πληθαίνουν, όλα και μεγαλώνουν σε διάρκεια, τα αποθέματα τροφίμων και άλλων ειδών βασικής ανάγκης όλο και λιγοστεύουν και όσο η κατάσταση προχωράει έτσι και με αυτούς τους ρυθμούς, γνωρίζουν πολύ καλά πως το τέλος το δικό τους αλλά και ολόκληρης της πολιτείας τους, δεν βρίσκεται μακριά αλλά αντίθετα, πλησιάζει βίαια απειλητικό.

Να ξεκινήσω λέγοντας ότι το βιβλίο είναι από φύσεως κινηματογραφικό, γεγονός που το κάνει πρόσφορο για μεταφορά στη μεγάλη οθόνη. Ωστόσο, κρίνοντας την ταινία εκ του αποτελέσματος, διακρίνουμε ότι υπάρχει μια ανισορροπία στην σύγκριση των σημείων. Ναι μεν η πόλη της Ember παρουσιάζεται με αρκετά ενδιαφέρον τρόπο, αποδεικνύοντας ότι σε μια κοινωνία 250 χρόνια μετά, ο πολιτισμός και η ζωή μπορούν να έχουν κάνει βήματα προς τα πίσω και όχι μπροστά, υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων της υποφαινόμενης κοινωνίας, και όχι μόνο, αλλά, η σκηνοθεσία του Gil Kenan, χωρίς να είναι κακή, δεν ήταν αυτή που θα ήθελα. Ναι μεν το μοντάζ ήταν σφικτό όπως έπρεπε ωστόσο, σκηνοθετικά μου δόθηκε η αίσθηση ότι έλειπε το απαιτούμενο νεύρο που θα ισορροπούσε στο σύνολο της παραγωγής και δεν θα βασιζόταν σε περιστασιακές εκρήξεις που αντί να ανεβάσουν την αδρεναλίνη θα μας προκαλούσαν ασφυξία.

Οι επιλογές οι οποίες κι αφορούν το cast θα τολμούσα να πω ότι είναι σχεδόν εξαιρετικές, ανεβάζοντας με τον τρόπο αυτό τον μέσο όρο του επιπέδου της ταινίας συνολικά, με την Saoirse Ronan να ηγείται αποτελώντας μια ηγετική φυσιογνωμία με ομορφιά και ταλέντο και αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι σε όποιον ρόλο και να την δούμε, τελικά θα την λατρέψουμε. Ακολουθεί ο άγνωστος μέχρι σήμερα, σε μένα τουλάχιστον, Harry Treadaway, ο οποίος ωστόσο είναι όχι μόνο μια όμορφη παρουσία αλλά, κι ένα παιδί που φαίνεται ότι έχει την σπίθα ενός αξιόλογου ταλέντου μέσα του που περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να κάνει το μεγάλο μπαμ. Μαζί τους ο Tim Robbins, που κακά τα ψέματα, και τον σκουπιδιάρη να βλέπαμε να κάνει σε 5λεπτο guest θα μας άρεσε με τρέλα, και ο Bill Murray σε έναν κόντρα ρόλο που κακά τα ψέματα, είναι εξαιρετικά κακογραμμένος και κιτς, τόσο που τον κάνει να φαντάζει γελοίος ενώ στην πραγματικότητα, τον αγαπάμε και σχεδόν πάντα, χαιρόμαστε όταν τον βλέπουμε.

Ως παραγωγή είναι ναι μεν φιλόδοξη ωστόσο, όσο κι αν έχει την δυνατότητα να πει πράγματα και να περάσει ηθικά, ανθρωπιστικά και κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, τελικά δεν καταφέρνει να το κάνει διεισδύοντας στο βάθος όλων αυτών, καταλήγοντας να φαντάζει μια εντελώς επιφανειακή προσπάθεια. Οι ηθοποιοί στην πλειοψηφία τους αποδίδουν τα μέγιστα, κάνοντάς μας τελικά με την παρουσία τους να βλέπουμε την ταινία συνολικά με μια πιο θετική ματιά. Η αισθητική της πόλης της Ember είναι ιδιαίτερα ρετρό, σκοτεινή, βρώμικη και μυστηριώδες, αναπτύσσοντας έτσι τα ένστικτα και το ενδιαφέρον μας ωστόσο, η σκηνοθετική και η σεναριακή προσέγγιση φαντάζουν περισσότερο ως αποτυχημένη προσπάθεια δημιουργίας ενός εφηβικού blockbuster που τελικά, δεν κατάφερε να φτάσει τον στόχο του και να προσεγγίσει το κοινό που περίμενε να ανταποκριθεί, στην έκταση που υπολόγιζε. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα δηλαδή πως ναι μεν είναι συμπαθητική ως παραγωγή και παρακολουθείται ευχάριστα ωστόσο, δεν καταφέρνει να χαρακτεί στη μνήμη μας.

Βαθμολογία 5,5/10



Ταυτότητα ταινίας:

Ελλ. τίτλος: Απόδραση Από Την Χαμένη Πόλη
Είδος: Φαντασίας
Σκηνοθέτης: Gil Kenan
Πρωταγωνιστές:
Παραγωγή: 2008
Διάρκεια: 90'


Επίσημο site:


Πέμπτη, Μάρτιος 22, 2012

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Όταν η Αντέλα και η γηραιότερη συνοδός της η κυρία Μουρ φτάνουν στην ινδική πόλη Τσαντραπόρ, νιώθουν εγκλωβισμένες στην απομονωμένη και προκατειλημμένη βρετανική κοινότητα.
Αποφασισμένες να εξερευνήσουν την "πραγματική Ινδία" επιζητούν την καθοδήγηση του δόκτορα Αζίζ, ενός καλλιεργημένου Ινδού μουσουλμάνου.
Ένα μυστηριώδες γεγονός όμως κατά την επίσκεψή τους στις σπηλιές του Μαραμπάρ θα σταθεί η αφορμή για να ξεσπάσει κοινωνικό σκάνδαλο με επίκεντρο τον δόκτορα Αζίζ, το οποίο θα ξεσηκώσει βίαια πάθη μεταξύ των δύο κοινοτήτων, της βρετανικής και της ινδικής.

Προσωπική άποψη:
Γραμμένο το 1924, "Το Πέρασμα Στην Ινδία" αποτελεί το τελευταίο μυθιστόρημα του μεγάλου Βρετανού συγγραφέα E.M. Forster ενώ παράλληλα, ίσως ν' αποτελεί το μεγαλύτερο και πιο ολοκληρωμένο έργο του, στο σύνολο της λογοτεχνικής του καριέρας. Το δίχως άλλο, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα, που με τολμηρή ματιά και ειλικρινή, ρεαλιστική γλώσσα, κατάφερε να μιλήσει για ένα από τα πιο καυστικά και δύσκολα θέματα της εποχής, τον εκμοντερνισμό της Ινδίας, το πέρασμά της σε μια νέα εποχή όπου θα δεχόταν τον σεβασμό και την αναγνώριση ή για να ακριβολογούμε, στην προσπάθειά της να επιτύχει όλα τα παραπάνω και με τους Άγγλους να προσπαθούν να προσαρμοστούν σε αυτή, την από κοινού συμβίωση ή τουλάχιστον, έτσι να φαίνεται έστω και αν η εσωτερική αποδοχή έχει να κάνει με πολύ περισσότερα από το δήθεν ορισμένων κινήσεων ή πράξεων.

Η ιστορία μας μεταφέρει στην Ινδία της δεκαετίας του '20, όπου οι Άγγλοι αποικιοκράτες έχουν καταλάβει για τα καλά την Ινδία, προσπαθώντας μεν να διατηρούν ένα δήθεν φιλικό πρόσωπο ωστόσο, αρκετά απόμακρο ώστε να καθίσταται σαφές ποια φυλή από τις δύο είναι η ανώτεροι. Οι Ινδοί από την άλλη, αν και συχνά-πυκνά αγανακτούν από την συμπεριφορά των Άγγλων και την αντιμετώπισή απέναντί τους, προσπαθούν προς χάριν της εξέλιξης της χώρας τους, και κατά βάθος και των ίδιων, να διατηρούν τη σχέση τους μαζί τους σε τέτοια επίπεδα ώστε να υπάρχει αρμονία και τάξη. Φυσικά αυτό δεν είναι πάντα εφικτό και παρά το φαίνεσθαι ή την καλή διάθεση, μια μικρή σπίθα είναι αρκετή να ξεσπάσει αναταραχή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν η νεαρή Αντέλα Κουέστεντ επισκέπτεται την Ινδία μαζί με την μέλλουσα πεθερά της και από κοινού αποδέχονται την φιλοξενία του γιατρού Αζίζ, στα πλαίσια της οποίας επισκέπτονται κάποιες απομακρυσμένες σπηλιές, όπου θα γίνουν αφορμή αμφιβολίας, αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στις δύο φυλές περί ηθικής και ορίων και που παράλληλα, θα γκρεμίσουν την ουτοπική φαντασίωση ακόμα και όσων πίστεψαν ότι θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική φιλία μεταξύ Ινδών και Άγγλων.

Ο βασικός κορμός του βιβλίου, πάνω στον οποίο και επιλέγει ο Forster να χτίσει και τελικά να ξεδιπλώσει την ιστορία του, έχει να κάνει με τις ανθρώπινες αξίες και πως αυτές λειτουργούν ή δυσλειτουργούν, ανάλογα με τις σωστές ή λανθασμένες βάσεις στις οποίες και στηρίζονται, στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι και προέρχονται από διαφορετικές φυλές και τάξεις που ωστόσο, αναγκάζονται λόγο συνθηκών να συνυπάρχουν. Παράλληλα, επιχειρεί να αναζητήσει στον καθέναν από εμάς, το ανοιχτό πνεύμα που είναι έτοιμο να κατανοήσει και να δεχτεί τη διαφορετικότητα ανάμεσα στους λαούς αλλά, και να κάνει με τον δικό του τρόπο κοινωνική κριτική απέναντι στην βρετανική κοινότητα και την αποικιοκρατία και κατά πόσο αυτή τελικά βοηθάει και λειτουργεί προς όφελος του εκάστοτε λαού ή κατά πόσο τελικά, λειτουργεί αρνητικά στηριζόμενη σε εντελώς λάθος υπόβαθρα, επηρεασμένη από τις ρίζες καταγωγής που στον καθένα από εμάς, συνειδητά ή μη, είναι βαθιά μέσα μας.

Ο Forster, έχοντας ταξιδέψει δύο φορές στη διάρκεια της ζωής του στην Ινδία, καταφέρνει να μιλήσει για αυτήν κάνοντας φανερό το ότι γνωρίζει την ίδια την χώρα, τους κατοίκους της, τις πεποιθήσεις, την πίστη και τις συνήθειές της σε βάθος. Και σε αντίθεση με τους Άγγλους που περιγράφει στο βιβλίο του, οι οποίοι και αποτελούν τη θλιβερή πλειοψηφία της εποχής, και όχι μόνο, ο ίδιος ο Forster αναγνωρίζει, δέχεται και σέβεται, έστω και αν δεν γνωρίζουμε αν παράλληλα ασπάζεται, την διαφορετικότητα της Ανατολής και της Δύσης, με την πρώτη να χαρακτηρίζεται από την ποικιλομορφία των φυλών, θρησκειών και ιδανικών, ακόμα και απλών αποφάσεων που σχετίζονται με την εξέλιξη της επόμενης μέρας της καθημερινότητάς τους. Με πιο απλά λόγια, συνθέτει με λέξεις ατό που ο ίδιος βίωσε, μέσω εικόνων και συναισθημάτων, σε ένα ψηφιδωτό λέξεων που χρωματίζει την γοητευτική, τόσο διαφορετική από την δικιά μας πραγματικότητα που αν μη τι άλλο, σου προκαλεί την ίδια στιγμή ένα αίσθημα παράξενης δυσφορίας αλλά, και μια βαθιά επιθυμία να χαθείς στις μυρωδιές και στις μελωδίες του τόπου αυτού προσπαθώντας να ανακαλύψεις περισσότερα για σένα τον ίδιο.

Η σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη των Ινδών στο συναίσθημα και στο ένστικτο, με τον ορθολογισμό των Άγγλων, που αναπόφευκτα οδηγεί στην καταπίεση των πρώτων από τους δεύτερους, σε μια ανώφελη προσπάθεια συνύπαρξης δύο διαφορετικών πολιτισμών, που δεν είναι σε θέση να προσφέρουν ο ένας στον άλλον τις γνώσεις και τις εμπειρίες του δίχως να υπάρξουν απώλειες και συνέπειες. Ο Forster επηρεάστηκε ξεκάθαρα από το διάστημα που έζησε την Ινδία και δεν διστάζει να αποτυπώσει με λέξεις στο χαρτί, τα συναισθήματα και τις σκέψεις που κέρδισε από το οδοιπορικό του στην Ανατολή, ακόμα και την έμμεση αντίθεσή του σε κάθε προσπάθεια δήθεν εξευγενισμού μιας φυλής, άγριας σε σύγκριση με οποιαδήποτε δυτική. Οι Ινδοί δεν είναι άγριοι και απολίτιστοι στα μάτια, είναι απλά διαφορετικοί, γοητευτικά διαφορετικοί και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που θέλει να περάσει. Γιατί μόνο όταν ο άνθρωπος μάθει να σέβεται την διαφορετικότητα του άλλου και το δικαίωμά του να σκέφτεται και να πράττει βάση της δικιάς του γνώσης και των δικών του συναισθημάτων, μόνο και μόνο τότε μπορεί να είναι ολοκληρωμένος και σε αρμονία με την ίδια του τη συνείδηση.
Βαθμολογία 10/10 

Ταυτότητα βιβλίου: 
Συγγραφέας: E.M. Forster
Μεταφραστής: Φρυδά Έφη
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2007
Αρ. σελίδων: 464
ISBN: 978-960-455-139-2

Τετάρτη, Μάρτιος 21, 2012

ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ - THE HUNGER GAMES

Συνοπτική περίληψη του έργου: 
Από τα ερείπια ενός μέρους που κάποτε ήταν γνωστό ως Βόρεια Αμερική, έχει αναδυθεί το έθνος της Panem και μια λαμπερή Capitol που περιβάλλεται από δώδεκα απομακρυσμένες επαρχίες.
Η Capitol είναι σκληρή κι αμείλικτη και κρατά τις επαρχίες υπό τον έλεγχό της αναγκάζοντάς τις να στέλνουν από ένα αγόρι και ένα κορίτσι ηλικίας από δώδεκα μέχρι δεκαοχτώ για να συμμετάσχουν στους ετήσιους Αγώνες Πείνας, έναν αγώνα θανάτου που μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση.
Για την δεκαεξάχρονη Katniss Everdeen, που ζει μόνη μαζί με τη μητέρα και τη μικρότερη αδερφή της, η απόφαση της να πάρει εθελοντικά τη θέση της αδερφής της στους Αγώνες δεν διαφέρει και πολύ από μια θανατική ποινή.
Όμως, η Katniss έχει φτάσει κι άλλη φορά κοντά στο θάνατο και η επιβίωση είναι δεύτερη φύση για εκείνη. Χωρίς να το επιδιώκει πραγματικά, διεκδικεί σοβαρά τη νίκη. Αλλά για να νικήσει, θα πρέπει να αρχίσει να κάνει επιλογές που φέρνουν σε σύγκρουση την επιβίωση με την ανθρωπιά και την αγάπη με τον έρωτα.

Προσωπική άποψη:
Μόλις επέστρεψα στο σπίτι από το σινεμά και για να ξεκινήσω να γράφω σχεδόν μεσάνυχτα την άποψή μου για το "The Hunger Games", μάλλον είμαι πολλή ενθουσιασμένη, όπως ίσως άλλωστε ήδη μπορείτε να αντιληφθείτε. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν έφτασε τις προσδοκίες μου! Τις ξεπέρασε και κατά πολύ μάλιστα, γεγονός ιδιαίτερα παράξενο αλλά κι ευχάριστο συνάμα καθώς, είναι γνωστό ότι επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα που έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα ανά τον πλανήτη, κατά την μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη, πετυχαίνουν ως προς το να γίνουν εμπορικά blockbuster με μεγάλες εισπράξεις αλλά, και δυστυχώς για την πλειοψηφία, το αποτέλεσμα είναι τόσο μέτριο, για να μην πω κακό, που πραγματικά σε κάνει να αναρωτιέσαι, γιατί έτρεξες από τους πρώτους στις αίθουσες προκειμένου να μην το χάσεις. Όχι! Δεν είναι όλες οι κινηματογραφικές ταινίες του είδους εμπειρία αλλά, το "The Hunger Games" είναι, το δίχως άλλο.

Πολλοί θεώρησαν πως οι συντελεστές που επέλεξε η εταιρεία παραγωγής ήταν, αν όχι λάθος, εξαιρετικά επικίνδυνες. Εγώ πάλι, άνηκα εξ' αρχής σε εκείνη τη μικρή κατηγορία που, μπορεί να μην ξετρελάθηκα απόλυτα με το cast ωστόσο, θεώρησα μεγάλη μαγκιά από μέρους τους ότι τόλμησαν να επενδύσουν σε ονόματα που ναι μεν όλοι μας γνωρίζαμε αλλά, ποτέ δεν θα μπορούσαμε να τα φανταστούμε σε ένα blockbuster σαν κι αυτό. Και θα ξεκινήσω από τον Gary Ross, ο οποίος υπογράφει τόσο την σκηνοθεσία όσο και κάποιο μέρος του σεναρίου. Μπορεί οι περισσότεροι να μην θεώρησαν ιδανική επιλογή τον σκηνοθέτη του "Seabiscuit" για να αναλάβει μια δυστοπική περιπέτεια φαντασίας ωστόσο, αποδείχτηκε πολύ ανώτερος των προσδοκιών και φυσικά, ικανός απέναντι στις περιστάσεις και τις απαιτήσεις ενός τόσο πολύπλοκου επί της ουσίας του έργου όπως αυτό. Η σκηνοθετική του γραμμή κυμαίνεται ανάμεσα στην ηρεμία και την ένταση, αφήνοντας τόσο τα πλάνα, όσο και τους πρωταγωνιστές του, να αναπνεύσουν εκεί όπου έχουν τη δυνατότητα και χρειάζεται να το κάνουν, και ανάμεσα στον ξέφρενο ρυθμό και το σφιχτό μοντάζ που ανεβάζει τους παλμούς σου και σε κάνει να πνίγεσαι. Σε όλα αυτά συντελεί και η μουσική της ταινίας που είναι αναμφίβολα, από τους πιο ενδιαφέροντες ήχους που έχω ακούσει τελευταία.

Μεγάλο συν στην όλη παραγωγή είναι πως, η συγγραφέας του μυθιστορήματος, Suzanne Collins, δεν πούλησε τα δικαιώματα του έργου της και άφησε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Ήταν η ίδια που ζήτησε να έχει συμμετοχή στην συγγραφή του σεναρίου, με το μεγαλύτερο βάρος του τελικά να πέφτει στις δικές τις πλάτες, μια επιλογή πολύ σωστή και ορθή κατά την άποψή μου. Γιατί ποιος γνωρίζει καλύτερα το έργο του από τον ίδιο τον δημιουργό; Ποιος μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τα κίνητρα και τα συναισθήματα των εμπλεκόμενων χαρακτήρων και πάνω απ' όλα, ποιος είναι περισσότερο ικανός να διαχωρίσει τι πρέπει να μείνει και τι μπορεί να κοπεί; Αυτή είναι λοιπόν η μαγκιά, όχι μόνο της εταιρείας παραγωγής αλλά, και της ίδιας της Collins που κάνει ξεκάθαρο πως όχι μόνο αγαπά αλλά, σέβεται την ιστορία της και όλα αυτά που την έσπρωξαν στο να δημιουργήσει το έργο αυτό. Δεν είναι απλά μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας! Είναι κάτι περισσότερο και ακόμα και όσοι δεν έχουν διαβάσει τα βιβλία της σειράς, το αντιλαμβάνονται μέσα από τα πολλαπλά, φορτισμένα συναισθηματικά μηνύματα που περνάει η εικόνα, που ακόμα και όταν δεν συνοδεύεται από λόγια, είναι τόσο έντονη που χαράζεται μέσα σου.

Και ειλικρινά... δεν ξέρω τι σκεφτόμουν όταν σκέφτηκα ότι το cast δεν ήταν και το ιδανικότερο που θα μπορούσε αλλά εντάξει, θα συμβιβαζόμουν, σεβόμενη την τόλμη που ανέφερα παραπάνω. Η νεαρή, ήδη προτεινόμενη μια φορά για το χρυσό αγαλματάκι, Jennifer Lawrence, αποδείχτηκε η Katniss των ονείρων μου, δικαιολογώντας για μια ακόμη φορά τον τίτλο της ως ένα από τα πιο πολλά υποσχόμενα ταλέντα της γενιάς της. Απλοικά όμορφη, εξαιρετικά εκφραστική και απόλυτα ικανή να διαχειριστεί τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας της αλλά και τον γοητευτικό δυναμισμό της, η Lawrence αποτελεί μια φιγούρα που δεν ξεχνάς εύκολα. Φυσικά τις μεγαλύτερες ενστάσεις μου τις είχαν όσον αφορούσε τον ρόλο του Peeta και ομολογώ χωρίς ντροπή και αίσχος πως ο Josh Hutcherson ήταν η απόλυτη έκφραση του αξιαγάπητου χαρακτήρα. Αν αγαπούσα τον Peeta μια φορά, τώρα τον αγαπώ δέκα, νιώθοντας ένα εκ βαθέων συναισθηματικό δέσιμο μαζί του, για την ικανότητά του διαχειρίζεται εξίσου καλά τα δικά του συναισθήματα αλλά, και εκείνα που προκαλεί στους γύρω του. Η Elizabeth Banks είναι αν μη τι άλλο απολαυστική και πληθωρική στον ρόλο της αλλοπρόσαλλης Effie Trinket, ο Woody Harrelson έδωσε σάρκα και οστά στον Haymitch που όλοι μας είχαμε φανταστεί, ο Lenny Kravitz είναι ο ορισμός της απόλαυσης στον μικρό μεν, ανυπέρβλητα αγαπητό δε, ρόλο του Cinna ενώ, ο Donald Sutherland φέρει το κύρος που πρέπει το όνομά του από μόνο του αλλά, και ο παλιοχαρακτήρας του προέδρου Snow.

Ναι, καλά έχετε καταλάβει! Είμαι απόλυτα ικανοποιημένη και ο ενθουσιασμός μου είναι τέτοιος που σίγουρα, δεν θα έχει ξεφουσκώσει το πρωί που θα ξυπνήσω. Οι κινηματογραφικοί "Αγώνες Πείνας" κατάφεραν να με συγκινήσουν και να με κρατήσουν στην ίδια εγρήγορση που το πέτυχαν και οι λογοτεχνικοί. Μια πραγματικά καλή μεταφορά ενός έργου γεμάτο μηνύματα και συναισθήματα που όσο κι αν φαντάζουν μακρινά και φανταστικά, ίσως να είναι πιο κοντά και πιο αληθινά απ' όσο τολμάμε να σκεφτούμε. Μοντάζ που σου κόβει την ανάσα, σκηνοθεσία απόλυτα ισορροπημένη ανάμεσα στις διαφορετικές καταστάσεις που ο Ross καλείται να ακολουθήσει και να υποστηρίξει, ένα σενάριο πιστό και με σεβασμό απέναντι στο πρωτότυπο υλικό στο οποίο και βασίστηκε και ένα team ηθοποιών που ειλικρινά, καλύτερό του δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Αν πήγα στο σινεμά έχοντας στο νου μου το moto της ταινίας, "May the odds be ever in your favor", τότε αυτό επαληθεύτηκε στον απόλυτο βαθμό, ικανοποιώντας με μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα ταινίας: 
Ελλ. τίτλος: Αγώνες Πείνας
Είδος: Φαντασίας
Σκηνοθέτης: Gary Ross
Πρωταγωνιστές: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Elizabeth Banks, Woody Harrelson, Willow Shields, Isabelle Fuhrman, Alexander Ludwig, Donald Sutherland, Stanley Tucci, Lenny Kravitz, Wes Bentley, Jacqueline Emerson, Leven Rambin
Παραγωγή: 2012
Διάρκεια: 142'

Επίσημο site: 

Τρίτη, Μάρτιος 20, 2012

Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΥΓΚΟ ΚΑΜΠΡΕ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου: 
Ορφανός, συντηρητής ρολογιών και κλέφτης, ο δωδεκάχρονος Ουγκό ζει ανάμεσα στους τοίχους ενός πολυσύχναστου σιδηροδρομικού σταθμού του Παρισιού. 
Η επιβίωσή του εξαρτάται από τα μυστικά και την ανωνυμία του. Όταν όμως ο κόσμος του μπλέκεται με τη ζωή ενός παράξενου κοριτσιού και του ιδιοκτήτη ενός μικρού μαγαζιού παιχνιδιών στον σιδηροδρομικό σταθμό, το πολύτιμο μυστικό του Ουγκό κινδυνεύει.
Ένα ακατανόητο σχέδιο, ένα πολύτιμο σημειωματάριο, ένα κλεμμένο κλειδί, ένας μηχανικός άνθρωπος και ένα κρυμμένο μήνυμα συναντιούνται...

Προσωπική άποψη:
Η αλήθεια είναι πως αν κάποιος πάρει την ιστορία του "Ουγκό Καμπρέ" στα χέρια του χωρίς να γνωρίζει ακριβώς περί τίνος πρόκειται, θα βρεθεί προ εκπλήξεως. Φυσικά, και σε καμία των περιπτώσεων, η έκπληξη αυτή δεν είναι δυσάρεστη, του εναντίον. Είναι μια ιστορία που μπορεί να ικανοποιήσει κάθε γούστο και να ανταποκριθεί σε κάθε προσδοκία, όσο διαφορετικές κι αν είναι μεταξύ τους. Ο καινοτόμος παραμυθάς Brian Selznick, δημιούργησε μια μαγευτική ιστορία η οποία συνδυάζει με μοναδικό τρόπο τη νουβέλα, το graphic novel και το εικονογραφημένο παραμύθι, σε ένα βιβλίο που απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους με μοναδικό σκοπό, να τους ταξιδέψει πίσω στο χρόνο και στο χώρο αλλά, και στην ιστορία του κινηματογράφου. Γιατί σκοπός του Selznick μέσα από αυτό το δημιούργημά του δε είναι να αφηγηθεί απλά μια ιστορία αλλά, να εμβαθύνει σε αυτήν αποδεικνύοντας πόσο βαθιά γοητευτική είναι, πόσο σημαντική είναι στην πραγματικότητα αλλά, και πόσο ειλικρινής είναι η δικιά του αγάπη σε προσωπικό επίπεδο.

Ο Ουγκό Καμπρέ είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι το οποίο, εξαιτίας μιας φωτιάς της οποίας τα αίτια ποτέ δεν διαλευκάνθηκαν, έχασε τον πατέρα του και αναγκάστηκε να πάει να ζήσει μαζί με τον αλκοολικό θείο του σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού, μαθαίνοντας την τέχνη της επισκευής και συντήρησης των ρολογιών μέσα σε αυτόν, βοηθώντας αρχικά και αντικαθιστώντας στην πορεία τον ίδιο του τον θείο, ο οποίος μυστηριωδώς εξαφανίστηκε. Ο Ουγκό δίνει μια καθημερινή μάχη, όχι μόνο για να καταφέρει να επιβιώσει αλλά, και για να μην ανακαλύψει κανείς την εξαφάνιση του θείου του γιατί αυτός θα ήταν ο λόγος να καταλήξει σε κάποιο ορφανοτροφείο. Ωστόσο δεν είναι η ιδέα του ίδιου του ιδρύματος που τον τρομάζει αλλά, ο φόβος ότι δεν θα προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του πατέρα του, ένα έργο με το οποίο καταπιάστηκε για το δικό του χατίρι και που πολύ πιθανόν, να είναι και αυτό εξαιτίας του οποίου έχασε τη ζωή του. Πρόκειται για έναν μηχανικό άνθρωπο ο οποίος, φαντάζει να έχει κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό και που περιμένει να βρεθεί εκείνος που θα είναι άξιος να το ανακαλύψει.

Ο Ουγκό φυσικά δεν πορεύεται μόνος του προς την αναζήτηση της αλήθειας πίσω από τον μηχανικό άνθρωπο. Συναντά και άλλους ανθρώπους που φαίνεται, είτε να γνωρίζουν την προέλευσή του, όπως ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης του μικρού παιχνιδάδικου από το οποίο και κλέβει συχνά-πυκνά προκειμένου να επισκευάσει αυτό το μυστηριώδες μηχάνημα, είτε ανθρώπους όπως η βαφτισιμιά του προαναφερόμενου, η Ιζαμπέλ, που πεισματάρα και επίμονη καθώς είναι δεν φαίνεται διατεθειμένη να τον αφήσει σε ησυχία παρά μόνο αν μοιραστεί μαζί της τα μυστικά του, είτε ακόμα και ο νεαρός Ετιέν που ακόμα κι αν δεν γνωρίζει τίποτα γύρω απ' όλα αυτά τελικά θα αποδειχτεί εκείνος ο συνδετικός κρίκος που λείπει προκειμένου το όποιο μυστήριο να λυθεί, ξεδιπλώνοντας μια αληθινή ιστορία γεμάτη μυστήριο και γοητεία, βγαλμένη από το ένδοξο κινηματογραφικό παρελθόν, που πέρασε με τον χρόνο ωστόσο, κάποιοι βρίσκονται ακόμα εκεί να το θυμούνται, να το λησμονούν και να το αγαπάνε μα πάνω απ' όλα, να μην ξεχνάνε τους ανθρώπους εκείνους που άλλαξαν τον κόσμο και την τέχνη έτσι όπως την γνωρίζαμε κάποτε.

Ο Selznick είναι ως γνωστόν ένας από τους καλύτερους εικονογράφους της εποχής μας. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να μην μας εκπλήξει καθόλου η ομορφιά και η γοητεία που ασκούν πάνω μας οι 284 σελίδες εικονογραφήσεων στο σύνολο των 540 σελίδων του βιβλίου. Αντιλαμβανόμαστε πως δεν βρίσκονται εκεί απλά και μόνο για να καλύψουν χώρο αλλά, για να αφηγηθούν με τον δικό τους τρόπο, χωρίς λόγια αλλά, με εικόνες, τα κομμάτια εκείνα τις ιστορίας που οι λέξεις δεν είναι αρκετές για να εκφράσουν τα βαθύτερα συναισθήματα που βρίσκονται από πίσω. Από 'κει κι έπειτα, είναι γνωστή και η αγάπη του για τον κινηματογράφο και μέσα από την ιστορία του Ουγκό Καμπρέ, θέλησε να παρουσιάσει ένα μέρος από τη ζωή και το έργο του ανθρώπου που με την πρωτοτυπία και τη φαντασία του κατάφερε να αλλάξει τον κινηματογράφο, που με τα μηχανικά του αυτόματα κατάφερε να αλλάξει τον ορισμό της κινηματογραφικής ψευδαίσθησης, μετατρέποντάς την σε αυτό που λέμε, κινηματογραφική μαγεία, πέρα από όρια και σταθμά, πέρα από λογική, του Georges Melies.

Το βιβλίο αυτό είναι αναμφίβολα πρωτότυπο, ιδιαίτερο και αν μη τι άλλο, ιδιοφυές. Αυτό βέβαια που μας εντυπωσιάζει περισσότερο απ' όλα είναι πως ο δημιουργός, καταφέρνοντας να χρησιμοποιήσει σε αρμονία ποικίλα είδη της αφηγηματικών τεχνικών, κατάφερε να συνδυάσει απόλυτα αποδοτικά μεταξύ τους μέσα και τρόπους της λογοτεχνίας, που όχι μόνο άλλος δεν θα τολμούσε εύκολα αλλά, που ίσως καν να μην του περνούσαν από το μυαλό. Καταφέρνει να μιλήσει στην καρδιά μικρών και μεγάλων ταξιδεύοντάς μας, τόσο σε έναν φανταστικό κόσμο, αποκλειστικά του δικό του δημιούργημα, όσο και στο πραγματικό παρελθόν, εκείνο που μπορεί να μην γνωρίσαμε και να πέρασε που όμως, δεν χάθηκε και οφείλουμε να ανακαλύψουμε και να σεβαστούμε. Η ιστορία του Ούγκο είναι ένα παραμύθι αλλά την ίδια στιγμή, είναι και μια μεγάλη πραγματικότητα, μια αλήθεια που καθηλώνει, συγκινεί και συναρπάζει με την κινηματογραφική της ροή αλλά και μια εξέλιξη που κάθε άλλο παρά προβλέψιμη είναι μέσα στην ευκολία της.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Brian Selznick
Μεταφραστής: Πιπίνη Αργυρώ
Εκδόσεις: Πατάκης
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2012
Αρ. σελίδων: 552
ISBN: 978-960-16-4234-5

Δευτέρα, Μάρτιος 19, 2012

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου: 
Τρία νεαρά κορίτσια, η Νεφρίτη, η Ηλέκτρα και η Οπάλη, από διαφορετικούς κόσμους, τη μέρα που κλείνουν τα δεκατέσσερα ανακαλύπτουν πως είναι υιοθετημένες. Τα λόγια μιας παλιάς προφητείας τις υποχρεώνουν, να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους για να εκπληρώσουν την αποστολή τους σε κάποιο μακρινό βασίλειο. Η καθεμία τότε αποκτά κι από μία μαγική πέτρα, σαν μοναδικό όπλο, που αντιστοιχεί στ΄ όνομά της.
Αν και όλα τις χωρίζουν, θα πρέπει να μάθουν να εμπιστεύονται η μία την άλλη για να γλιτώσουν απ΄ τους κινδύνους που παραμονεύουν. Ξεκινάνε ένα μακρινό ταξίδι, συναντάνε την Οονάγκ, τη μυστηριώδη μάντισσα, που τις καθοδηγεί. Η αναζήτηση αυτή θα καταλήξει σ΄ έναν πόλεμο ενάντια στις δυνάμεις του κακού.

Προσωπική άποψη:
Η αλήθεια είναι πως έβλεπα πολύ καιρό το συγκεκριμένο βιβλίο στο ράφι του βιβλιοπωλείου και πολύ περισσότερο, στο ράφι της δικιάς μου βιβλιοθήκης ωστόσο, πάντα κάτι μεσολαβούσε και έπαιρνε προτεραιότητα. Αυτή τη φορά όμως αντιστάθηκα στον πειρασμό να καταπιαστώ με κάποιο άλλο στη θέση του, για πολλοστή φορά, και έτσι έκανα το μεγάλο βήμα. Και όχι, δεν το μετάνιωσα καθόλου γιατί, όσο παιδικό κι αν φοβόμουν ότι μπορεί να είναι, αποδείχτηκε εξαιρετικά ευχάριστο στην ανάγνωσή του. Δεν θα ισχυριστώ φυσικά ότι το έργο δεν χαρακτηρίζεται από κάποια παιδικότητα ωστόσο, είναι εκείνη η μορφή της που νοσταλγείς και αγαπάς, που χαίρεσαι όταν συναντάς και αφήνεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί στη μαγεία της χωρίς γκρίνιες και περιστροφές. Γιατί αυτός είναι ο σκοπός της Bujor τελικά, να μας ταξιδέψει σε έναν μαγικό κόσμο, όπου όλα μοιάζουν απίθανα και όμως, όλα είναι δυνατά, αρκεί να πιστέψεις σε αυτά.

Τρία κορίτσια, τρεις πέτρες, μια προφητεία που τις ένωσε από την στιγμή κι όλας που γεννήθηκαν με σκοπό να τις κάνει να συναντηθούν και να πορευτούν με έναν κοινό στόχο, με μια αποστολή που κρύβει πολύ περισσότερα απ' όσα μπορούν να φανταστούν. Η Νεφρίτη, η Ηλέκτρα και η Οπάλη, είναι τρία κορίτσια που έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα και εκείνη των 14ων γενεθλίων τους, ανακαλύπτουν ότι όλη τους η ζωή μέχρι τότε ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Παρά τις διαφορές τους, παρά τις κοινωνικές τάξεις που τις χωρίζουν και τον τρόπο που έχουν μεγαλώσει, τα τρία αυτά κορίτσια έχουν ένα μεγάλο κοινό. Είναι υιοθετημένες, μεγαλωμένες από οικογένειες που δεν τους έφεραν στον κόσμο αλλά, ανέλαβαν να τις μεγαλώσουν και να τις προστατέψουν μέχρι την στιγμή αυτή όπου το κάλεσμα της μοίρας της φέρνει κοντά για πρώτη φορά. Πρέπει λοιπόν, πρώτα απ' όλα, να δεχτούν τη νέα κατάσταση και να συμβιβαστούν με το γεγονός πως ότι γνώριζαν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα ψέμα. Από 'κει κι έπειτα, πρέπει να ανακαλύψουν τι είναι η Προφητεία και το σημαντικότερο όλων, ποια είναι η δικιά τους θέση μέσα σε αυτήν.

Ξεκινάνε λοιπόν ένα ταξίδι, ένα οδοιπορικό στις πόλεις και τις εξοχές του τόπου τους με σκοπό να ανακαλύψουν ποιες πραγματικά είναι αλλά, και ποιο είναι το πεπρωμένο που πρέπει να ακολουθήσουν και να ολοκληρώσουν. Στο ταξίδι αυτό θα συναντήσουν φίλους που γνωρίζουν τα μυστικά τους και που είναι πρόθυμοι να τις βοηθήσουν. Όπως είναι όμως φυσικό, θα συναντήσουν και πολλούς εχθρούς που στόχο τους έχουν, όχι απλά να τις εμποδίσουν αλλά, να τις οδηγήσουν σε έναν φριχτό θάνατο. Είναι εκείνοι που κυβερνάνε κι ελέγχουν τα πάντα, εκείνοι που δεν μπορούν να αφήσουν την εξουσία τους να χαθεί εξαιτίας τριών ανήλικων κοριτσιών, εκείνοι που είναι ικανοί να κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να κατέχουν τη δύναμη να καταδυναστεύουν τα πλήθη. Και ανάμεσα σε αυτά τα δυο στρατόπεδα, υπάρχει ο Εκλεκτός, εκείνος που ακόμα δεν έχει βρεθεί αλλά όταν το κάνει, θα είναι εκείνος που θα ηγηθεί του στρατού της ειρήνης και θα οδηγήσει το πλήθος στη μάχη. Είναι εκείνος με την αγνή καρδιά που ωστόσο, γνωρίζει καλά και το σκοτάδι, πράγμα λογικό αν αναλογιστούμε ότι το Φως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το Σκότος.

Η ιστορία της Flavia Bujor κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2002 στο Παρίσι και αμέσως έγινε μεγάλη επιτυχία, όχι μόνο στο νεανικό αλλά, και στο ενήλικο κοινό που αγαπάει την περιπέτεια και την φαντασία. Η ιστορία της άλλωστε εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να σου κεντρίσουν το ενδιαφέρον. Μια μαγική και μυστηριώδης χώρα μεσαιωνικών χαρακτηριστικών και ομορφιάς, κοινωνικές συνθήκες που επιβάλλουν κατώτερα και ανώτερα στρώματα, μέσα από τα οποία γεννιούνται σωτήρες και δυνάστες, νεαροί πρωταγωνιστές που έχουν ταυτόχρονα ευαισθησία και ενθουσιώδη παρορμητισμό, μαγικά πλάσματα και δυνάμεις πέραν από τα σύνορα του δικού μας κόσμου και μια προφητεία ζωντανή μέσα στους αιώνες μπορεί να οδηγήσει στην λύτρωση. Ναι, η Bujor πλάθει το δικό της, σύγχρονο παραμύθι, χρησιμοποιώντας όλα τα πεπαλαιωμένα συστατικά επιτυχίας, με μια δόση φρεσκάδας από τη μαγεία και τη φαντασία του σήμερα. Με απλό τρόπο, καταφέρνει να μιλήσει για θεμελιώδεις αξίες στη ζωή ενός ανθρώπου ενώ παράλληλα, ξετυλίγει το νήμα μιας ιστορίας γεμάτης μυστικά, συνεχείς ανατροπές κι εκπλήξεις, με αρκετές δόσεις συγκίνησης,ισορροπημένες με ισάξιες δόσεις έξυπνου χιούμορ.

Με πολύ απλά λόγια, "Η Προφητεία Της Πέτρας" είναι ένα γοητευτικό παραμύθι, τοποθετημένο σε μια μαγική χώρα, πεπαλαιωμένης αισθητικής που μας προκαλεί να ταξιδέψουμε σε αυτήν ανακαλύπτοντας κάθε μικρή ή μεγάλη ομορφιά που βρίσκεται κρυμμένη σε αυτήν ενώ παράλληλα, ο φόβος για το άγνωστο που πλησιάζει απειλητικό και άγριο δεν παύει λεπτό να μας κατατρέχει. Σκοτεινά μυστικά, καλά κρυμμένες αλήθειες που περιμένουν να δουν το φως, δράση, αγωνία, συνεχείς ανατροπές κι αποκαλύψεις που ορισμένες φορές σοκάρουν, συναντάνε τη νεανική αθωότητα αλλά και την πίστη που μπορεί να μας κάνει να πιστέψουμε ακόμα και στο αδύνατο. Η Bujor αγκαλιάζει με πολλή αγάπη τους πρωταγωνιστές της και αυτό είναι κάτι που βγαίνει προς τα έξω κι εμείς, ως αναγνώστες, το δεχόμαστε με χαμόγελο και ικανοποίηση, δίνοντας ένα είδος ελαφρυντικού στο κάπως βεβιασμένο φινάλε, το οποίο προσωπικά θα ήθελα να τράβαγε λίγο περισσότερο, έτσι ώστε να απολαύσω ακόμα πιο πολύ τη δράση και τον δρόμο προς την λύτρωση και την κορύφωση του αγώνα για ελευθερία.
Βαθμολογία 9/10 

Ταυτότητα βιβλίου: 
Συγγραφέας: Flavia Bujor
Μεταφραστής: Καρακώστα Μελίνα
Εκδόσεις: Πατάκης
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2004
Αρ. σελίδων: 355
ISBN: 978-960-16-0930-0

Παρασκευή, Μάρτιος 16, 2012

MONSTER

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Η Aileen Wuornos, αποτελεί έναν αληθινό θρύλο στο hall of fame των αμερικάνων serial killers, όντας η πρώτη από τις λίγες γυναίκες που κατόρθωσε να αφήσει τη δική της γραμμή αίματος στην μακρά ιστορία των κατά συρροή δολοφόνων.
Μέσα σε δύο χρόνια, 1989 - 1990, κατόρθωσε να σπείρει τον τρόμο στην πολιτεία της Φλόριντα σκοτώνοντας οχτώ άντρες στους αυτοκινητόδρομους όπου εκπορνευόταν. Μετά τη σύλληψή της και πριν την εκτέλεσή της, το 2002, έζησε δώδεκα χρόνια στην φυλακή.
Η ταινία αφορά στην ιστορία της και την ιστορία της γυναίκας που την ερωτεύτηκε και αυτοκαταστράφηκε από τον έρωτά της για την παράφρονα εγκληματία.

Προσωπική άποψη:
Η Aileen Wuornos είναι η γυναίκα εκείνη που κατόρθωσε από το 1989 μέχρι το 1990, να ξυπνήσει τον τρόμο στους άντρες της Φλόριντα, ιδιαίτερα σε εκείνους που ‘ψώνιζαν’ γυναίκες με σκοπό το sex. 8 συνολικά άντρες τα θύματά της που βρήκαν βίαιο θάνατο από τα χέρια της, προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες της νεαρής συντρόφου της, Selby. Η αληθινή αυτή ιστορία αυτοκαταστροφής και μανιασμένης οργής βγήκε στις αίθουσες και έκανε, ακόμα και εκείνους που πολύ θα ήθελαν να περάσουν μια νύχτα στο κρεβάτι της Theron, να το ξανασκεφτούν. Ένας από τους λόγους, η τσαλακωμένη εμφάνισή της όμως, υπήρχε κι ένας ακόμα ίσως πιο σημαντικός. Ποιος είναι αυτός; Μια παραλαγή του φόβου του πέους γιατί κακά τα ψέματα, στους άντρες παίζει μεγάλο ρόλο. Θα προτιμούσαν να τους κόψουν τον λαιμό και να τους πετάξουν αιμορραγώντας σε έναν κουβά με βραστό οξύ αρκεί αν αυτό να μην συνδεόταν με το sex ή την κατώτερη γενικά περιοχή τους.

Η αλήθεια είναι, όπως έχουμε ξαναπεί, ότι είναι λιγάκι δύσκολο να μιλάς και να κρίνεις ταινίες που βασίζονται σε αληθινές ιστορίες. Φυσικά, είναι ακόμα πιο δύσκολο για τους δημιουργούς να πετύχουν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα οπότε, εδώ που τα λέμε, το βάρος της ευθύνης όσο να 'ναι μοιράζεται. Και τελικά αναρωτιέμαι... είναι το "Monster" μια καλή ταινία; Χμ... όχι, δεν θα το έλεγα. Δεν θεωρώ ότι είναι κακή ωστόσο, δεν μπορώ να τη θεωρήσω και καλή. Μάλλον θα την χαρακτήριζα σοκαριστική και σκληρή και αυτό, στα σημεία, διατηρώντας έτσι συνολικά ένα προφίλ μετριότητας. Αυτό βασικά που με ενόχλησε προσωπικά στην συγκεκριμένη ταινία είναι το ότι στην πραγματικότητα, δεν αφηγείται μια αληθινή ιστορία αλλά, βασίζεται σε ορισμένα στοιχεία της αλήθειας της, εκείνα που μπορεί να εκμεταλλευτεί κινηματογραφικά, αλλοιώντάς τα τόσο όσο χρειάζεται προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της. Να προκαλέσει, να συγκινήσει ίσως, να προκαλέσει ανάμεικτα και αμφίβολα συναισθήματα κατά περιπτώσεις.

Η Patty Jenkins σκηνοθετικά, δεν κάνει μια κακή προσπάθεια, το κάθε άλλο. Για αρχάρια και άπειρη, δίνει τον καλύτερό της εαυτό παραθέτοντας ένα σκοτεινό θρίλερ, με αρκετό μυστήριο και αγωνία και ακόμα μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. Και εκεί ακριβώς είναι το λάθος της! Η Jenkins, υπογράφοντας και το σενάριο της ταινίας κι έχοντας παρακολουθήσει για χρόνια και χρόνια απ' όσο πιο κοντά μπορούσε την ιστορία της Aileen, είναι επηρεασμένη. Ναι μεν την παρουσιάζει ως μια σκληρή και αδίστακτη γυναίκα που το πάθος της την οδήγησε στο να εξωτερικεύσει το μίσος της απέναντι στο αντρικό φύλο που χρόνια την βασάνιζε και του ικανοποιούσε τα όποια γούστα είχε αλλά, δεν είναι αυτό το κομμάτι που δίνει τη μεγαλύτερη έμφαση. Ουσιαστικά η Jenkins, γίνεται θύμα της συμπάθειάς της απέναντι στο πρόσωπο της Aileen, αφήνοντας τελικά τον θεατή με την εντύπωση πως όλο το εγχείρημα είναι μια συγκαλυμμένη προσπάθεια καταγγελίας έναντι της ηλεκτρικής καρέκλας, με το οποίο δεν διαφωνώ ιδιαίτερα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, καθώς, και μια έμμεση υπόνοια αδικίας και σκληρής αντιμετώπισής της από την κοινωνία που δεν έδειξε κατανόηση στα βαθύτερα συναισθηματικά και ψυχολογικά της κίνητρα.

Αυτό το οποίο δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς είναι πως, το μεγάλο ατού του όλου εγχειρήματος και αυτό που τελικά καταφέρνει να ανεβάσει ψηλά το όλο αποτέλεσμα, είναι η παρουσία της Theron στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την δραματική αλλαγή της εμφάνισής της όπου μας άφησε όλους με ανοιχτό το στόμα, όχι... Η συγκλονιστική της ερμηνεία ξεπερνάει όλες τις... τεχνικές λεπτομέρειες της παραγωγής. Καταφέρνει να κάνει την Aileen κομμάτι του ίδιου του εαυτού της, καταφέρνει να ρίξει μια ματιά στα βαθύτερα σημεία του μυαλού και της ψυχής της και τελικά, να εξωτερικεύσει όλη αυτή την οργή και την αγάπη που μοιράζεται με αμφότερα τα πρόσωπα της ιστορίας. Φυσικά και η Christina Ricci είναι πολύ καλή στο δικό της κομμάτι ωστόσο, όταν βρίσκεται δίπλα σε μια θεά όπως η Theron, καταργεί τον γοητευτικό της εαυτό για να μεταμορφωθεί σε ένα τέρας, είναι λογικό να επισκιάζεται.

Εν κατακλείδι, το "Monster" συνολικά δεν είναι κακό αλλά, δεν καταφέρνει να είναι και αυτό που θα θέλαμε ή για να το θέσω ακόμα καλύτερα, αυτό που θα μπορούσε να είναι. Δυστυχώς η Jenkins, και παρά την καλή της πρόθεση και την ακόμα καλύτερη, παρθενική, σκηνοθετική της προσπάθεια, παρασύρεται από προσωπικούς, συναισθηματικούς παράγοντες, δημιουργώντας ένα σενάριο που συγκριτικά με όλα τα άλλα στοιχεία της παραγωγής, είναι άνισο όταν πέφτει στο τραπέζι. Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν προσπαθούσε να είναι πιο ουδέτερη, πιο αντικειμενική, λιγότερο συναισθηματίας ή ηθικολόγος κατά του συστήματος σύλληψης, κράτησης, καταδίκης των Η.Π.Α. Σκοπός άλλωστε ήταν, υποτίθεται τουλάχιστον, να παρουσιάσει μια αληθινή ιστορία και όχι να κάνει κριτική ή πολύ περισσότερο, να πει με έμμεσο ή άμεσο τρόπο τη δική της άποψη. Παρ' όλα ταύτα, έχει αρκετό ενδιαφέρον, είναι ιδιαίτερα σκοτεινή κι ατμοσφαιρική, μερικές ίσως παραείναι βίαιες για εξιστόρηση μιας ιστορίας και όχι για θρίλερ αλλά προσωπικά αυτό δεν με ενόχλησε, που στο τέλος-τέλος, παρακολουθείται αν όχι ευχάριστα, με κάποιο ενδιαφέρον.
Βαθμολογία 6/10

Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Monster
Είδος: Αστυνομική
Σκηνοθέτης: Patty Jenkins
Πρωταγωνιστές: Charlize Theron, Christina Ricci, Bruce Dern, Lee Tergesen, Annie Corley, Pruitt Taylor Vince, Marco St. John, Marc Macaulay, Scott Wilson, Rus Blackwell, Tim Ware
Παραγωγή: 2003
Διάρκεια: 109'

Επίσημο site:

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2012

Η ΑΙΣΧΥΝΤΡΑ (ΒΙΒΛΙΟ 2): ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου:
Όταν υπάρχουν μόνο τέσσερις άνθρωποι στον κόσμο που μπορούν να σε κοιτάξουν στα μάτια, η απώλεια του ενός σε πληγώνει. Μ' ένα της βλέμμα η Αισχύντρα έχει την ικανότητα να αποκαλύψει τα σκοτεινότερα μυστικά του συνομιλητή της. Η Ντίνα έχει πρόσφατα κληρονομήσει αυτό το περίεργο χάρισμα, και τώρα μέχρι και ο αδερφός της, ο Ντάβιν, δεν τολμάει να την κοιτάξει κατάματα.
Σ' αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς, όμως, η μικρή Αισχύντρα κινδυνεύει από πολλούς. Ο διεφθαρμένος Βάλντρακου, ο ξάδερφος του άρχοντα των Δράκων που είχε προσπαθήσει να σκοτώσει την μητέρα της, την απαγάγει και την αναγκάζει να χρησιμοποιήσει το χάρισμά της ενάντια σε αθώους ανθρώπους.

Προσωπική άποψη:
Μεσολάβησαν αρκετές υποχρεώσεις το τελευταίο διάστημα και η αλήθεια είναι πως μου στέρησαν τον όποιο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο είχα στη διάθεσή μου κατά συνέπεια, στερήθηκα σημαντικό χρόνο από το διάβασμα. Όμως τώρα, είπα να επανέλθω δυναμικά και να καλύψω όσο μπορώ το κενό που άφησε ο περασμένος μήνας. Έτσι, συνέχισα με την σειρά βιβλίων της "Αισχύντρα" η οποία, με την ανάγνωση του πρώτου κατά σειρά βιβλίου, μου άφησε ιδιαίτερα καλές κι ελπιδοφόρες εντυπώσεις. Και πράγματι δεν απογοητεύτηκα, έστω και αν η συνέχεια της ιστορίας βαδίζει σε αρκετά παρεμφερή μονοπάτια με το πρώτο μέρος, με δύο όμως διαφοροποιήσεις. Αυτή τη φορά, δεν είναι η μητέρα της Ντίνας που πέφτει στα χέρια των εχθρών αλλά, η ίδια. Πέραν αυτού, δεν βλέπουμε την ιστορία μόνο μέσα από τα δικά της μάτια αλλά και από εκείνα του αδερφού της Ντάβιν, γεγονός που προσδίδει μια ενδιαφέρουσα διαφορετικότητα.

Η Ντίνα, η οικογένεια και οι φίλοι της, που σύσσωμοι μας συστήθηκαν στο πρώτο βιβλίο, έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από τον Δράκο και τον στρατό του, δημιουργώντας ένα νέο σπιτικό όπου μπορούν, προς το παρόν τουλάχιστον, να αισθάνονται ασφαλείς. Η Ντίνα είναι μαθητευόμενη της μητέρας της και προσπαθεί να μάθει περισσότερα γύρω από το χάρισμά της, η μητέρα της δίνει την βοήθειά της σε όποιον την χρειάζεται, έχοντας ωστόσο έναν φόβο ριζωμένο βαθιά μέσα της, κατάλοιπο της προηγούμενης, τρομακτικής περιπέτειάς της ενώ ο αδερφός της Ντάβιν, που πλησιάσει στην ενηλικίωση, μοιάζει να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της οικογένειας καθώς, κανείς δεν είναι σίγουρος πως ακριβώς πρέπει να τον αντιμετωπίσει ενώ ο ίδιος το μόνο που θέλει, είναι να εκπαιδευτεί ώστε να ξεχυθεί σε πρώτη ευκαιρία στη μάχη, εξωτερικεύοντας με αυτό τον τρόπο τα συναισθήματά του και ίσως, τιθασεύοντας το θυμό και τις ορμόνες του. Όμως η ζωή τους θα διαταραχθεί για μια ακόμη φορά από κάτι πιο ισχυρό. Κάποιος προσπαθεί να στρέψει τις φατριές που βρίσκονται σε ειρήνη, τη μία εναντίον της άλλης ενώ παράλληλα, ο στρατός του Δράκου παίρνει κεφάλι, με τη μία πολιτεία να χάνει έδαφος μετά την άλλη και τις Αισχύντρα να βρίσκονται σε ένα δολοφονικό στόχαστρο.

Η Kaaberbol παίζει με την ίδια ουσιαστικά ιδέα που έκανε επιτυχία το πρώτο της βιβλίο. Βάζει στο επίκεντρο την Αισχύντρα και το χάρισμά της, παρουσιάζοντάς μας παράλληλα μέχρι ποιου σημείου θα ήταν ικανός να φτάσει κάποιος προκειμένου να μπορέσει να το αξιοποιήσει και να το εκμεταλλευτεί προς δικό του όφελος. Αυτός είναι προφανώς και ο λόγος που αυτή τη φορά το θύμα δεν είναι η μητέρα τη οικογένειας, που έχει την ωριμότητα να χειριστεί την χειραγώγηση αλλά, η μικρή Ντίνα η οποία ως χαρακτήρας, αν και δυναμική, είναι εξαιρετικά ευάλωτη εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας της και η όποια πίεση αποδίδει καλύτερα πάνω της, πόσο μάλλον όταν οι πράξεις της είναι δεμένες μαζί με άλλες ανθρώπινες ζωές και μια λάθος κίνησή της μπορεί να τις στερήσει. Η όποια ομοιότητα λοιπόν της εξέλιξης της πλοκής δεν θα λέγαμε ότι μας ενοχλεί καθώς, μπορεί να έχει κοινά σημεία ανάπτυξης ωστόσο, έχει διαφορετικό τελικό στόχο που δεν είναι άλλος από το να μιλήσει περί ηθικής και κατά πόσο αυτή μπορεί να μείνει ακέραιη και σταθερή μπροστά στην πίεση και κατά πόσο μπορεί η ντροπή να μας επηρεάσει στην μετέπειτα ζωή μας.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι το ότι η συγγραφέας αυτή τη φορά επιλέγει η αφήγηση να μην γίνεται αποκλειστικά από την Ντίνα αλλά, και από τον αδερφό της, Ντάβιν. Αυτό είναι θετικό για δύο λόγους! Πρώτον, βλέπουμε τις διαφοροποιήσεις στην ψυχολογία, τις αλλαγές στην ψυχοσύνθεση και την αντίδραση των συναισθημάτων και της λογικής στις διάφορες καταστάσεις, τόσο μέσα από τα μάτια ενός 11χρονου κοριτσιού όσο, και μέσα από τα μάτια ενός 16χρονου αγοριού. Από την στιγμή δε που εκπέμπουν σε εντελώς διαφορετικά μήκη κύματος, το αφηγηματικό αυτό τρικ είναι ακόμα πιο έξυπνο, προκαλώντας μας να συνεχίσουμε την ανάγνωση. Παράλληλα, και εφόσον η δράση των χαρακτήρων εξελίσσεται σε διαφορετικούς τόπους, μας επιτρέπει να έχουμε πλήρη οπτική της δράσης  και του πως αυτή πορεύεται και αναπτύσσεται μέσα στο κείμενο, στολισμένη με αρκετή αγωνία και ανατροπές που μας καθηλώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό, τόσο ώστε στο τέλος να επιθυμούμε να μάθουμε σύντομα τι μέλλει γενέσθαι.

Η συνέχεια της ιστορία της Kaaberbol λοιπόν, αν και αρκετά πανομοιότυπη στα σημεία, αναπτύσσεται με καλύτερο τρόπο απ' ότι το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας της, χρησιμοποιώντας κάποια στοιχεία ισορροπημένης πολυπλοκότητας που κάνουν το περιεχόμενο να φαντάζει στα μάτια μας, και συγκριτικά πάντα με το πρώτο, πιο ενήλικο. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό όλων δε είναι πως σε αυτό το κεφάλαιο, καταφέρνουμε να ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στο εσωτερικό των χαρακτήρων. Βιώνουμε τα άγχη και τις αγωνίες τους, τους φόβους και τις λαχτάρες τους, καταλαβαίνουμε ποιοι είναι πραγματικά καλοί και κακοί, συνειδητοποιούμε μέχρι που είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος για να προστατέψει αυτό που αγαπάει και στο αντίποδα της ανθρώπινης φύσης, μέχρι που μπορεί να φτάσει προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του, όσο σκοτεινός, βίαιος και αποτρόπαιος και αν είναι. Η δράση του βιβλίου είναι ικανοποιητική και με σωστό τρόπο δομημένη,  βιαιότητα δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα, προσεγγίζοντας περισσότερο το μη εφηβικό κοινό και περιμένω πως και πως να μάθω την εξέλιξη στον κόσμο της συνωμοσίας και της διαφθοράς που χτίζει σιγά-σιγά ο Δράκος και οι ακόλουθοί του, που σίγουρα η Ντίνα και οι φίλοι της δεν θα το αφήσουν έτσι.
Βαθμολογία 9/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Lene Kaaberbol
Μεταφραστής: Γλυνάτσης Θέμελης
Εκδόσεις: Πατάκης
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2008
Αρ. σελίδων: 336
ISBN: 978-960-16-2659-8

Τρίτη, Μάρτιος 13, 2012

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΔΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟ


Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 68 ετών άφησε ο Νίκος Δαδινόπουλος, το μεσημέρι του Σαββάτου. Ο πολύ γνωστός ηθοποιός, εδώ και αρκετό καιρό έδινε τη δική του μάχη. Μάλιστα πριν λίγο διάστημα , είχε κάνει έκκληση μέσω Facebook και Twitter, ζητώντας 6 φιάλες αίμα απ΄ όσους μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Ο λόγος όπως είχε πει, είναι πως θα έμπαινε στο χειρουργείο για μια πολύ σοβαρή εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη και στο κάλεσμα του αυτό είχαν ανταποκριθεί τότε πολλοί επώνυμοι.
Ο Νίκος Δαδινόπουλος, γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1944 στην Αθήνα. Ξεκίνησε τον κινηματογράφο από το 1966, παίζοντας συνολικά σε 24 ταινίες. Πιο μεγάλη καριέρα έμελε να κάνει στη μικρή οθόνη, όπου πρωτοεμφανίστηκε το 1972 στο "Κορίτσι Της Κυριακής". 
Το 1974, έπαιξε στο "Λούνα Παρκ", όπου εμφανίζονταν δίπλα στη μελλοντική σύζυγο του, από το 1979, τη Μαίρη Ευαγγέλου. Μαζί έκαναν έναν γιο, τον Άλκη, που αυτή τη στιγμή εργάζεται ως σκηνοθέτης. Τελευταία του εμφάνιση αυτή στο σίριαλ "Η Ζωή Της Άλλης". 
Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε χθες, ημέρα Τρίτη, από το Νεκροταφείο του Βύρωνα και πάρα πολλοί φίλοι του, καλλιτέχνες και μη, βρέθηκαν εκεί για να του πουν το τελευταίο αντίο, για να τιμήσουν τον άνθρωπο και τον φίλο που όπως όλοι δήλωσαν σύσσωμη, ξεχώριζαν για το ήθος και την καλοσύνη του..

Παρασκευή, Μάρτιος 09, 2012

ΠΑΝΤΟΤΙΝΑ

Συνοπτική περίληψη του βιβλίου: 
Τότε... Όταν ο Σαμ γνώρισε την Γκρέις, εκείνος ήταν λύκος κι εκείνη κορίτσι. Τελικά ο ίδιος βρήκε έναν τρόπο για να γίνει και πάλι αγόρι, και ο έρωτάς τους άνθισε. Μόνο που...
Τώρα... Η Γκρέις δεν ήταν γραφτό να παραμείνει άνθρωπος. Τώρα εκείνη είναι ο λύκος. Και οι κάτοικοι του Μέρσι Φολς έχουν σκοπό να εξολοθρεύσουν όλους τους λύκους...
Παντοτινά... Ο Σαμ θα έκανε τα πάντα για την Γκρέις. Όμως μπορεί ένα αγόρι κι ένας έρωτας να αλλάξουν πραγματικά έναν εχθρικό, αρπακτικό κόσμο;
Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον πρόκειται να συγκρουστούν σε μια ανόθευτη στιγμή -μια στιγμή ζωής ή θανάτου, ενός αντίο ή μιας αιωνιότητας.

Προσωπική άποψη:
Αγάπησα το "Ρίγος" από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα στο ράφι του βιβλιοπωλείου. Ακόμα και η αποστροφή μου μέχρι τότε για την λυκανθρωπία, δεν με εμπόδισε να το αγοράσω και τελικά, να χαθώ σε μια νέα οπτική αυτού του κόσμου που με άφηνε έως τότε παγερά αδιάφορη, μια αδιαφορία που πολύ-πολύ σύντομα μετατράπηκε σε ολοκληρωτική και ειλικρινή λατρεία. Κάπου εκεί ανακάλυψα πως το ταξίδι που είχα ξεκινήσει στον κόσμο της Γκρέις και του Σαμ δεν τελείωνε τόσο απλά αλλά, θα ακολουθούσε συνέχεια η οποία ήρθε λίγους μήνες αργότερα και άκουγε στον τίτλο "Άπνοια", έναν τίτλο καθόλα αντιπροσωπευτικό αφού, η τάξη που φαινόταν να υπάρχει στο τέλος του πρώτου βιβλίου διαταρασσόταν βίαια και χωρίς κανείς να μπορεί να σταματήσει την καταστροφή, παίρνοντάς μας κυριολεκτικά κάθε μας ανάσα και μετατρέποντάς την σε μια στιγμή όπου τίποτα δεν είχε σημασία και όμως, αυτό το τίποτα ήταν στην πραγματικότητα τα πάντα. Και έπρεπε μετά από αυτό να περιμένω μήνες και μήνες χωρίς αναπνοή για το "Παντοτινά" και το τέλος αυτής της ιστορίας με αγωνία, όχι μόνο για την εξέλιξή της αλλά, και για το αν θα κατάφερνε να αγγίξει την κορύφωση στον βαθμό που προσδοκούσα.

Η Γκρέις έχει πια μεταμορφωθεί σε λύκο και βρίσκεται μακριά, χαμένη στα μυστικά του δάσους συντροφιά με την αγέλη που περιμένει πρόθυμα κάθε νέο μέλος. Ο Σαμ ζει την κάθε μέρα αγωνιώντας, ελπίζοντας και περιμένοντας, ζώντας μια αναμονή που μοιάζει δίχως τέλος, μια καθημερινότητα που φαντάζει κενή, άδεια και ανούσια. Παράλληλα, φέρει το στίγμα του ανθρώπου που υπάρχει η βεβαιότητα ότι έχει κάνει κάτι κακό χωρίς ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις για να τον ενοχοποιήσουν σε τέτοιο βαθμό που θα τον οδηγήσει στην δικαιοσύνη. Όμως ένα είναι σίγουρο! Ο Σαμ είναι ο τελευταίος άνθρωπος που συνάντησε την Γκρέις πριν εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω της μόνο ένα ματωμένο νυχτικό και εκτός αυτού, είναι ένας άνθρωπος του οποίου το παρελθόν, που σημαδεύτηκε από την προσπάθεια των γονιών του να τον δολοφονήσουν, εξηγούν απόλυτα την οποιαδήποτε αλλόκοτη, μέχρι και βίαιη συμπεριφορά που θα μπορούσε να έχει. Και μπορεί ο ίδιος να αισθάνεται οργή για όλες αυτές τις εντυπώσεις του κόσμου, που άλλες φορές εκφράζονται με λόγια ή πράξεις και άλλες βουβά, αθόρυβα, ωστόσο, δεν μπορεί να κάνει κάτι για να τ' αλλάξει. Όχι μόνο δεν θα τον πιστέψει κανείς αλλά, μπορεί να ανοίξει έναν ασκό πολύ πιο επικίνδυνο από αυτόν που ήδη είναι ανοιχτός.

Ο καιρός περνάει αργά και βασανιστικά και έπειτα από δύο ολόκληρους μήνες η Γκρέις είναι για πρώτη φορά σε θέση να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Μπορεί αρχικά να αντιμετωπίζει μεγάλη αστάθεια στις μεταμορφώσεις της όμως αυτό είναι κάτι που με τον καιρό βελτιώνεται. Καταφέρνει να βρεθεί και πάλι με τον Σαμ και μαζί με τον Κόουλ και την Ίζαμπελ προσπαθούν να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούν πόσο πραγματικά δύσκολη είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκονται μπλεγμένοι. Ο Σαμ έχει μεν θεραπευτεί ωστόσο, τίποτα δεν επιβεβαιώνει ότι η ανθρώπινη μορφή του είναι κάτι που διατηρήσει για πάντα χωρίς συνέπειες. Η Γκρέις είναι επίσημα αγνοούμενη και το γεγονός ότι μεταμορφώνεται σε λύκο χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι για να το ελέγξει δεν διευκολύνει καθόλου τα πράγματα, όσο κι αν θέλει να εμφανιστεί μπροστά στους γονείς της αποκαλύπτοντάς τους ότι είναι ζωντανή, όχι για να τους καθησυχάσει αλλά, για να καθαρίσει το όνομα του Σαμ. Ο Κόουλ από την άλλη πειραματίζεται και προσπαθεί να εξηγήσει πως και με ποιον τρόπο ακριβώς δρα το λυκίσιο μικρόβιο μέσα στο αίμα τους, βρίσκοντας παράλληλα έναν τρόπο για να το ελέγξει και κατ' επέκτασην, ελέγχοντας τη δυνατότητα μεταμόρφωσης ή την αποφυγή της. Εκτός όλων αυτών, έχουν να αντιμετωπίσουν το επερχόμενο κυνήγι λύκων που οι κάτοικοι του Μέρσι Φολς δείχνουν πρόθυμοι να ενισχύσουν με κάθε τρόπο.

Αυτό που αντιλαμβανόμαστε σε πρώτη φάση διαβάζοντας το "Παντοτινά" είναι ότι  Γκρέις και ο Σαμ δεν είναι δύο ξεχωριστές οντότητες αλλά, δυο κομμάτια ενός ενιαίου μηχανισμού, αν μπορεί να μου επιτραπεί η έκφραση. Όταν ο ένας βρίσκεται μακριά από τον άλλον, δεν μπορεί να λειτουργήσει και να σκεφτεί καθαρά, δεν μπορεί να είναι απόλυτα και ολοκληρωτικά ο εαυτός του, κατέχοντας απόλυτη γνώση των συναισθημάτων και των αποφάσεων που λαμβάνει, συνειδητά ή μη. Είναι η απόλυτη επιβεβαίωση ότι μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να είναι μαζί και με το να βρίσκονται μακριά, όχι μόνο δεν θα είναι ποτέ ευτυχισμένοι αλλά, δεν θα είναι ποτέ ολοκληρωμένοι, ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι του εαυτού τους θα απουσιάζει αφήνοντας ένα κενό που κανείς και τίποτα δεν θα είναι σε θέση ποτέ να καλύψει. Είναι το είδος εκείνης της σύνδεσης που σου επιτρέπει να μιλήσεις χωρίς λόγια, απλά και μόνο με ένα νεύμα ή ένα βλέμμα, που δεν χρειάζεται να εκφράσει την αγάπη με λέξεις γιατί ένα άγγιγμα είναι ικανό να πει περισσότερα. Είναι το είδος εκείνο της απόλυτης επαφής, που σε κάθε μορφή, σε όποιο σώμα και να βρίσκονται, ακόμα κι αν έχουν χάσει όλα τα άλλα, ποτέ δεν θα χάσουν ο ένας τον άλλον γιατί τον χρειάζονται για να συνεχίσουν, όχι απλά να ζουν αλλά, να υπάρχουν ουσιαστικά μέσα στην καθημερινότητα της όποιας ζωής τους.

Σε δεύτερο επίπεδο, αντιλαμβανόμαστε την πολυπλοκότητα ανάμεσα στις σχέσεις όλων των εμπλεκόμενων της ιστορίας, είτε ο ρόλος τους είναι μικρός είτε μεγάλος. Δεν ξαφνιαζόμαστε μεν αλλά, καταλαβαίνουμε για μια ακόμα φορά πόσο δύσκολες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο πιο δύσκολο είναι να εκφράσουμε στον άλλον αυτά που νιώθουμε, να του μιλήσουμε για τις σκέψεις μας, έχοντας απλά την ελπίδα πως ίσως καταλάβει και δείξει κατανόηση, πόσο σκληρά προσπαθούμε μερικές φορές να δημιουργήσουμε και να βγάλουμε προς τα έξω ένα πρόσωπο πολύ διαφορετικό από αυτό που βρίσκεται στα βάθη της ψυχής μας, απλά και μόνο από φόβο μήπως κάποιος το προσεγγίσει με τέτοιον τρόπο που απλά θα αφήσει συντρίμμια φεύγοντας. Έτσι έχουμε, πέραν από τον Σαμ και την Γκρέις, τον Κόουλ και την Ίζαμπελ που δεν μπορούν να μείνουν μακριά ο ένας από τον άλλον ωστόσο, όσο κι αν ο ένας βλέπει τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου, τόσο γνωρίζουν βαθιά μέσα τους πως αυτό έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι η καταστροφή παρά η λύτρωσή τους. Έχουμε την Γκρέις και τους γονείς της που τους δένει κάτι λιγότερο σημαντικό από την αγάπη ωστόσο, είναι ένας δεσμός που δεν μπορεί να κοπεί έτσι απλά και που πρέπει, είτε να οδηγηθεί στα άκρα, είτε σε συμβιβασμό.

Όμως η συγγραφέας βάζει τους ήρωές της αντιμέτωπους και με κάτι άλλο πέραν του παρόντος που οδηγεί όλο και σε πιο ασταθή βήματα στο μέλλον. Τους βάζει αντιμέτωπους με το ίδιο το παρελθόν τους και τα πιο σκοτεινά μυστικά που αυτό κρύβει. Τους κάνει να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις και τα βήματά τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Τους κάνει να αμφιβάλουν για το ποιοι είναι πραγματικά και να αναρωτιούνται ποιοι θα μπορούσαν να είναι αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Αισθάνονται οργή για εκείνα που συνειδητοποιούν ότι στερήθηκαν βίαια και χωρίς να έχουν ερωτηθεί, ένα αίσθημα που συγκρούεται με ένα εντελώς διαφορετικό. Εκείνο της αγάπης και της ευγνωμοσύνης για όλα εκείνα που γνώρισες και αισθανόσουν αληθινά μέχρι σήμερα και που τελικά, σε οδήγησαν σε συναισθήματα και σε εκτάσεις της αγάπης που ίσως να μην είχες συναντήσει ποτέ. Και εκεί είναι που πρέπει να επιλέξεις αν θα ζήσεις με σύμμαχο την οργή, την αγανάκτηση, ακόμα και την απελπισία, ή αν θα επιλέξεις ένα μονοπάτι διαφορετικό, εκείνο της συγχώρεσης, της κατανόησης ακόμα και των λάθος πράξεων εκείνων που αγαπάς γιατί στο τέλος συνειδητοποιείς ότι εκείνοι μπορεί να σε έπλασαν και να διαμόρφωσαν σε έναν βαθμό ποιος είσαι αλλά, στο τέλος οι επιλογές που σε κάνουν αυτό που είσαι πραγματικά είναι αποκλειστικά δικές σου.

Η Stiefvater επιστρέφει με το γνώριμο, λυρικό, ποιητικό και τόσο αγαπημένο ύφος που μας συστήθηκε στο "Ρίγος" και διατήρησε με κάθε έννοια αξιοπρέπειας στην "Άπνοια". Γι' αυτήν οι λύκοι της, σε όποια μορφή κι αν βρίσκονται, δεν είναι απλά γοητευτικά πλάσματα ενός μεταφυσικού κόσμου αλλά, προσωπικότητες ολοκληρωμένες και με συνείδηση, κάτω απ' όποιο δέρμα κι αν βρίσκονται, αποκλειστικά και μόνο δικοί της, τόσο οι ίδιοι, όσο και ο κόσμος της που κανένας δεν μπορεί να πειράξει ή να αλλοιώσει. Η αφήγηση της ιστορίας διατηρεί για μια ακόμα φορά αμφίδρομη μορφή, γεγονός που όχι μόνο μας ξεκουράζει, αποφεύγοντας να μας οδηγήσει στην μονοτονία αλλά, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε σε βάθος τις βαθύτερες σκέψεις, συναισθήματα και κίνητρα όλων των εμπλεκόμενων. Και η αγάπη που περιγράφει δεν είναι ανύπαρκτη αλλά, όσο απίστευτο κι αν φαντάζει σε μερικούς, βρίσκεται εκεί έξω και σε περιμένει, αρκεί να είσαι πρόθυμος να την δεις, να την αναγνωρίσεις και τελικά, να της επιτρέψει να εισβάλει ολοκληρωτικά στη ζωή σου.

Το έχω ξαναπεί, αλλά αισθάνομαι ειλικρινά την ανάγκη να το ξανακάνω. Η ιστορία της Stiefvater είναι απλά σπαραχτική, γεγονός που καταφέρνει να αγγίξει ακόμα και τις πιο ευαίσθητες χορδές μας και να μας συγκινήσει σε τέτοιο βαθμό όπου να αισθανόμαστε βαθιά συνδεδεμένοι με το δράμα των πρωταγωνιστών της. Δεν είναι απλά ήρωες σε λογοτεχνικό χαρτί αλλά, ένα κομμάτι από εμάς τους ίδιους. Ταυτιζόμαστε και υποφέρουμε μαζί τους, βιώνουμε την απώλεια και την απελπισία τους, ριγούμε μπροστά στο μεγαλείο της αγάπης και της αλληλοστήριξης που προσφέρουν ο ένας στον άλλον, νιώθουμε τον θυμό και την οργή τους και τα συμμεριζόμαστε. Και τελικά, μέσα από έναν πραγματικό κυκεώνα, φτάνουμε σε ένα γλυκόπικρο τέλος, εκείνο που μπορεί να μας αφήνει με ένα παράξενο και βαρύ αίσθημα στο στήθος ωστόσο, διατηρεί την ποιητικότητα την οποία θα έπρεπε να διατηρήσει η ιστορία αποδεικνύοντας πως σέβεται τον εαυτό της όπως αυτός μας συστήθηκε και προχώρησε για να εξελιχθεί σε ένα πραγματικά ολοκληρωμένο έργο, με δικιά του ταυτότητα, αφήνοντάς μας με ένα αίσθημα πληρότητας συναισθημάτων από τη μία και ένα αίσθημα τραγικής απώλειας από την άλλη.
Βαθμολογία 10/10

Ταυτότητα βιβλίου:
Συγγραφέας: Maggie Stiefvater
Μεταφραστής: Μποζινάκης Περικλής
Εκδόσεις: Πατάκης
Κατηγορία: Σύγχρονη Λογοτεχνία
Έτος Έκδοσης: 2012
Αρ. σελίδων: 504
ISBN: 960-16-4186-6

Πέμπτη, Μάρτιος 08, 2012

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΤΗΣ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ


Δυστυχώς, το να μην έχω πρόσβαση στο internet εξαιτίας της μετακόμισης που έκανα την περασμένη εβδομάδα, έχω κρατηθεί μακριά από το blog περισσότερο απ' όσο θα ήθελα. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ έχουν περάσει σχεδόν 2 εβδομάδες από την τελευταία μου επίσκεψη με τον γιο μου στο θέατρο, δεν έχω κατορθώσει ακόμα να μοιραστώ την εμπειρία μου αυτή μαζί σας. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ που λένε. Η παράσταση λοιπόν που παρακολουθήσαμε ήταν, "Ο Αυτοκράτωρ Της Σοκολάτας", σε σενάριο και σκηνοθεσία Χάρη Ρώμα στο θέατρο Rex. Ο λόγος που το επέλεξα; Απολύτως κανένας για να είμαι ειλικρινής εκτός του ότι 2 φίλοι παίζουν στην παράσταση και η μία εξ' αυτών με είχε προσκαλέσει πάμπολλες φορές οπότε και θεώρησα ότι δεν ήταν σωστό να μην βρω λίγο χρόνο έτσι ώστε, και το παιδί μου να ψυχαγωγηθεί κι εγώ να βγάλω ας το πούμε έτσι, την υποχρέωση. Ωστόσο, μπήκα στον κόπο να ψάξω κριτικές γονιών που πήγαν τα παιδιά τους και η αλήθεια είναι ότι ήμουν αρκετά μαγκωμένη καθώς, ήταν ή του ύψους ή του βάθους.


Η ΥΠΟΘΕΣΗ
Πιθανότατα, από τον τίτλο και μόνο, να καταλάβατε περί τίνος πρόκειται. Και πολύ σωστά, δεν είναι τίποτα άλλο από μια διασκευή του "Ο Τσάρλι Και Το Εργοστάσιο Σοκολάτας" που οι περισσότεροι γνώρισαν χάριν στον Tim Burton και τον Johnny Deep και κάποιοι άλλοι, από το πρωτότυπο μυθιστόρημα του Roald Dahl. Η ιστορία λοιπόν θέλει έναν εκατομμυριούχο, διάσημο ιδιοκτήτη εργοστασίου σοκολάτας να δίνει τη δυνατότητα σε τέσσερα τυχερά παιδιά που θα βρουν το χρυσό εισιτήριο μέσα στις σοκολάτες του, να επισκεφτούν το εργοστάσιό του, το οποίο χρόνια και χρόνια τώρα δεν το έχει ανθρώπου μάτι. Τα τέσσερα παιδιά φτάνουν στο εργοστάσιο και το καθένα αντιπροσωπεύει και ένα διαφορετικό δείγμα χαρακτήρα. Υπάρχει το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που έχει μάθει να έχει ό,τι θέλει και ποτέ να μην ακούει όχι, το κορίτσι διάνοια που δεν δέχεται τίποτα άλλο παρά μονάχα τη νίκη και την πρωτιά σε ό,τι κάνει, ένα υπέρβαρο αγόρι που το μυαλό του είναι μονάχα στο φαγητό και φυσικά, το μικρό, φτωχό, ταπεινό και καλόκαρδο αγόρι που μπορεί να μην έχει στον ήλιο μοίρα αλλά, ξέρει να αγαπά και να εκτιμά έστω και αυτά τα λίγα. Τέλος, έχουμε τον εκκεντρικό οικοδεσπότη των νεαρών φιλοξενούμενων ο οποίος, δεν είναι διατεθειμένος να ανεχτεί τις ιδιοτροπίες τους, δίνοντάς τους το κατάλληλο μάθημα που αρμόζει στην περίπτωση του καθενός, προκειμένου να βρει τον έναν και μοναδικό άξιο που θα κληρονομήσει την περιουσία και το έργο του.


ΤΑ ΘΕΤΙΚΑ
- Οι ηθοποιοί της παράστασης! Αυτό είναι το πρώτο, βασικό και κύριο θετικό χαρακτηριστικό της. Όλοι οι συμμετέχοντες σε αυτήν, δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό, μεταδίδοντας θετική ενέργεια και κέφι σε μικρούς αλλά και μεγάλους θεατές, κάνοντας την δίωρη παραμονή σου στο θέατρο, αν μη τι άλλο ευχάριστη και διασκεδαστική. Επιπλέον, μετά το τέλος της παράστασης, δεν αποχώρησαν στα καμαρίνια τους, στην πλειοψηφία τουλάχιστον αλλά, έμειναν να μιλήσουν και να φωτογραφηθούν με τα παιδάκια που ήθελαν να τους γνωρίσουν από κοντά.
- Η μουσική της παράστασης η οποία και φέρει την υπογραφή του Γιάννη Ζουγανέλη. Ξεσηκωτική, διασκεδαστική, απόλυτα ταιριαστή με το το κλίμα και τα νοήματα που θέλει να μεταδώσει το έργο στις εκάστοτε σκηνές σε συνδυασμό με τις κεφάτες και όλο ζωντάνια χορογραφίες του Φώτη Μεταξόπουλου.
- Η καλή διασκευή από μεριάς Χάρη Ρώμα. Ναι, δεν αντιλέγω, το έργο δεν είναι δικό του αλλά και πάλι, σέβομαι την προσπάθεια όσων κάνουν διασκευές γιατί πραγματικά, δεν είναι εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια θεατρική μεταφορά. Και σε όποιους έχουν ενστάσεις πάνω σε αυτό έχω να κάνω την εξής ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά του να κάνεις διασκευή ενός βιβλίου σε σενάριο για τον κινηματογράφο ή το θέατρο; Μάλλον καμία, όχι τόσο μεγάλη τουλάχιστον που να αξίζει να συζητηθεί. Άρα, γιατί για τις διασκευές της μεγάλης οθόνης δεν λέμε τίποτα το πικρόχολο;
- Τα μηνύματα που περνάει το έργο τα οποία και μεταδίδονται με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε όχι μόνο τα μεγαλύτερα αλλά, και τα μικρότερα παιδιά να μπορούν να τα κατανοήσουν και να αντιληφθούν τη σημασία τους. Ναι, μπορεί και πάλι η ιδέα να μην είναι γέννημα του κύριου Ρώμα όμως νομίζω ότι έχει μεταφέρει την ουσία της με σεβασμό και αξίες.

ΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ
- Το μεγαλύτερο αρνητικό χαρακτηριστικό της παράστασης είναι ο ίδιος ο χώρος που την φιλοξενεί. Δεν αντιλέγω, το Rex αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους χώρους στην Αθήνα και κάθε γονιός οφείλει να τον επισκεφτεί με το παιδί μου όμως, νομίζω ότι το timing δεν είναι σωστό. Από την στιγμή που το Rex το βράδυ λειτουργεί ως μπουζουκομάγαζο, κλείνοντας τις πόρτες του ξημερώματα, αυτόματα δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε θέατρο μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Προσωπικά περίμενα να βγει η Βανδή από στιγμή σε στιγμή ή έστω, ο Σφακιανάκης αλλά σε καμία περίπτωση συντελεστές θεατρικής παράστασης. Παράλληλα, ο χώρος δεν αερίζεται επαρκώς λόγω στενών χρονικών περιθωρίων με αποτέλεσμα μια δόση τσιγαρίλας να είναι αισθητή.  Επιπλέον, γίνεται να πληρώνεις 12€ για να κάτσεις σε μπουζουκοκαρέκλα; Και καλά εμείς οι ενήλικες, κάνουμε υπομονή, όμως τα παιδάκια πως να τα βολέψεις σε αυτά τα άβολα καθίσματα για 2 ώρες;
- Το επόμενο αρνητικό συνδυάζεται με το παραπάνω σε έναν βαθμό. Επειδή φαίνεται πως κάποιος κατάλαβε ότι τα καθίσματα αυτά δεν κάνουν για παιδιά, είχε την φαεινή ιδέα να απλώσει στρώματα γυμναστικής εκεί που τα καθίσματα τελειώνουν και μέχρι λίγο πριν την σκηνή. Και ωραία, αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αν η σκηνή δεν ήταν μετακινούμενη, με ανυψωτικούς μηχανισμούς που την σήκωναν 4-5 μέτρα πιο πάνω από τα κεφάλια των παιδιών. Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό τρικ για όσους κάθονται πιο πίσω αλλά, για όσους κάθονται μπροστά, πόσο μάλλον τα παιδιά που κάθονται στο πάτωμα μπροστά από αυτό το πράγμα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά έναν μέσον για να χάσουν ένα μεγάλο μέρος της πράξης αφού δεν μπορούν να δουν. Παράλληλα, είναι Θεού θαύμα το ότι δεν έχει γίνει ατύχημα όλη τη χρονιά. Ήδη εγώ έγινα μάρτυρας ενός παρ' ολίγον ατυχήματος όταν ένα παιδάκι έβαλε το χέρι του στο χώρισμα της σκηνής ενώ αυτή ήδη είχε αρχίσει να κατεβαίνει και η μαμά του υποθέτω, πρόλαβε στο τσακ να το τραβήξει πριν του το κάνει πουρέ.
- Τα σκηνικά τα οποία ήταν κάπως... φτωχά! Δεν λέω, έχουμε περάσει στην ψηφιακή εποχή προ πολλού αλλά, όταν πας θέατρο, ειδικά αν πληρώνεις γι' αυτό, θέλεις να δεις κάτι περισσότερο από προβολές προτζέκτορα πάνω σε ένα άσπρο πανί γιατί κατ' εξοχήν, περί τέτοιων πρόκειται.


Αν θα σας το πρότεινα; Πολύ πιθανόν, τουλάχιστον στους γονείς που έχουν παιδάκια μεγαλύτερης ηλικίας των 4-5 ετών, που είναι πιο εύκολο να βολευτούν ή έστω, έχουν πιθανότητες να ταλαιπωρηθούν λιγότερο σε μια αίθουσα σαν κι αυτή σε σχέση με ένα μωρό. Μην κοιτάτε τον δικό μου... αυτός είναι βολικός μέχρι αηδίας ώρες-ώρες.
Το αν οι παραστάσεις συνεχίζονται ή όχι, αυτό δεν το γνωρίζω. Όταν πήγα εγώ, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να ήταν η τελευταία παράσταση για φέτος. Ωστόσο, η πραγματοποίησή τους γινόταν κάθε Κυριακή στις 11.30π.μ και στις 15.00μ.μ. κι αν κάποιος ενδιαφέρεται να την παρακολουθήσει, μπορεί να καλέσει στα ταμεία του Rex και να πληροφορηθεί από εκεί αν το έργο πήρε παράταση τελικά ή όχι:
Rex - Παιδική Σκηνή
Πανεπιστημίου 48, Κέντρο
Τηλ. Πληροφοριών: 210-3825842
Τηλ. Κρατήσεων: 213-0185073
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...